ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1204 /2010 (Ζ,ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Παραχώρηση οδήγησης οδικού οχήματος σε πρόσωπο που δεν έχει την κατά περίπτωση νόμιμη άδεια οδήγησης .

126

Απόφαση 1204 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Κ.Ο.Κ..

 


 

Περίληψη:
Παραχώρηση οδήγησης οδικού οχήματος σε πρόσωπο που δεν έχει την κατά περίπτωση νόμιμη άδεια οδήγησης (άρθρ. 99 § 1 Ν. 2696/1999). Αίτηση αναιρέσεως του καταδικασθέντος ανεκκλήτως κατηγορουμένου κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την άνω πράξη. Αναιρείται η άνω καταδικαστική απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο κατά παραδοχή του λόγου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Είναι ασαφής η παρατεθείσα στο σκεπτικό αιτιολογία που δεν συμπληρώνεται από όσα εκτίθενται στο διατακτικό, το οποίο δεν είναι λεπτομερές και δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και αφορούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και δεν μπορεί να συμπληρωθούν οι ελλείψεις του αιτιολογικού με όσα διαλαμβάνονται στο διατακτικό μέχρι σημείου ολικής δια παραπομπής αναφοράς στα περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό.


Αριθμός 1204/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ηλιόκαυτο, περί αναιρέσεως της 245/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον ….

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 314/2010.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 99 του Ν. 2696/1999 ορίζεται ότι απαγορεύεται η παραχώρηση της οδήγησης οδικού οχήματος σε πρόσωπο το οποίο δεν έχει την κατά περίπτωση νόμιμη άδεια οδήγησης, ως και το τυχόν απαιτούμενο πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας ή σε πρόσωπο του οποίου τα στοιχεί αυτά έχουν αφαιρεθεί για οποιαδήποτε παράβαση…. Στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου του άνω νόμου ορίζεται ότι αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις της παρ. 1 τιμωρείται με φυλάκιση ενός (1) μέχρι έξι (6) μηνών. Κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 94 παρ. 3 του ν. 2696/1999 απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών α) από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους του παρόντος άρθρου….β) από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική ειδική άδεια ή ισχύον ελληνικό πιστοποιητικό, τα οποία απαιτούνται, σύμφωνα με τις ειδικές προς τούτο διατάξεις για την οδήγηση ειδικών κατηγοριών οδικών οχημάτων, πέραν της απαίτησης όπως τα πρόσωπα αυτά κατέχουν την προβλεπόμενη στην προηγούμενη περίπτωση α’ της παρούσας παραγράφου άδεια οδήγησης. Περαιτέρω κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άνω άρθρου 94 αυτού του νόμου, δεν υπάγονται στις απαγορεύσεις της περ. α’ της παρ. 3 του παρόντος άρθρου α)….β) οι κάτοχοι ισχύοντος διεθνούς πιστοποιητικού πορείας (διεθνούς αδείας) το οποίο έχει εκδοθεί από άλλα κράτη (εκτός Ελλάδος), γ) οι κάτοχοι ισχύουσα αδείας οδήγησης, η οποία έχει εκδοθεί από κράτη εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τα οποία η Ελλάδα έχει συνάψει ειδική συμφωνία η οποία έχει κυρωθεί με νόμο, καθώς και οι κάτοχοι ισχύουσας αδείας οδήγησης κατά τα οριζόμενα σε διεθνείς συμβάσεις ή συμφωνίες που ισχύουν στην Ελλάδα και έχουν κυρωθεί με νόμο. Εξ άλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ. υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία αλλά το δικαστήριο περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της αποφάσεως που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού καθ’ εαυτή δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά η αιτιολογία, στην οποία επάνω λαμβάνεται το διατακτικό, είναι ελλιπής. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού προς το αιτιολογικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 245/2010 απόφασή του, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κατεδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα από τους κατηγορουμένους σε φυλάκιση τριάντα (30) ημερών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία για παραχώρηση της οδήγησης οδικού οχήματος σε πρόσωπο που δεν είχε την νόμιμη κατά περίπτωση άδεια οδήγησης. Για να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του το δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως την αιτιολογία ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος αναφέρει και από την έκθεση των ισχυρισμών του β’ κατηγορουμένου από την συνήγορό του προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον καθένα με το κατηγορητήριο και συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών καθώς αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Κατ’ ακολουθίαν δε του σκεπτικού αυτού το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κατεδίκασε τον κατηγορούμενο για την πιο πάνω πράξη και ειδικότερα για το ότι ” στο …και συγκεκριμένα στο 1ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού … στις 26/2/2006…Β) ο δεύτερος κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) κατελήφθη να έχει παραχωρήσει την οδήγηση του πιο πάνω αυτοκινήτου (πρόκειται για το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο για το οποίο κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ίδιας απόφασης κατεδικάσθηκε ο έτερος κατηγορούμενος διότι καταλήφθηκε να το οδηγεί στον άνω τόπο και χρόνο άνευ αδείας ικανότητος οδηγού) ιδιοκτησίας της εταιρείας ενοικιάσεως αυτοκινήτων “ANSA INTERNATIONAL A.E” στον πρώτο κατηγορούμενο, χωρίς ο τελευταίος να έχει την απαιτούμενη νόμιμη άδεια οδήγησης”. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, αλλά ασαφής, αφού δεν αναφέρει ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο δεύτερος κατηγορούμενος και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά στις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Το διατακτικό της αποφάσεως δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις του σκεπτικού αφού ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως δεν είναι λεπτομερές εν προκειμένω το διατακτικό λόγω μη εκθέσεως στο περιεχόμενό του με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων και η συμπλήρωση ελλείψεως του αιτιολογικού με όσα διαλαμβάνονται στο διατακτικό δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής διά παραπομπής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό. Επομένως, κατά παραδοχή ως βασίμου του συναφούς λόγου της αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ και παρελκούσης της έρευνας μετά ταύτα του ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον ήδη αναιρεσείοντα από τους κατηγορουμένους και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 245/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο …. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο συντιθέμενο από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που την δίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ