ΑΠ 246/2023. Παράνομη μεταφορά υπηκόων τρίτης χώρας. Η Τουρκία έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα Επομένως, αφού η επιβίβαση των αλλοδαπών

237

ΑΠ 246/2023. Παράνομη μεταφορά υπηκόων τρίτης χώρας. Η Τουρκία έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα Επομένως, αφού η επιβίβαση των αλλοδαπών, υπηκόων τρίτης χώρας, έγινε στην Τουρκία προκειμένου να μεταφερθούν στην Ελλάδα, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 6 Ν 4251/2014, καθώς δεν υπήρξε ανάγκη διάσωσης των μεταφερόμενων ατόμων στη θάλασσα, ούτε αυτά έχρηζαν διεθνούς προστασίας κατά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου.

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 εδ. β’ και γ’ του ν. 4251/2014, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 12 περ. 5 του ν. 4637/2019, «Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους – μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α.…….. β. με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού, γ. με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο». Περαιτέρω, οι διατάξεις της καταρτισθείσας στη Γενεύη την 28-7-1951 “Σύμβασις περί του καθεστώτος των προσφύγων”, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3989/1959 “Περί κυρώσεως της πολυμερούς Συμβάσεως περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων” και του υπογραφέντος στη Νέα Υόρκη την 31-1-1967 και έχοντος σχέση με τη νομική κατάσταση των προσφύγων πρωτοκόλλου, που κυρώθηκε με τον α.ν. 389/1968 “Περί κυρώσεως του Πρωτοκόλλου της Ν. Υόρκης της 31.1.67 εν σχέσει προς την Νομικήν Κατάστασιν των Προσφύγων”, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος, τμήμα της ελληνικής έννομης τάξης και κατισχύουν κάθε αντίθετης νομοθετικής διάταξης. Ειδικότερα, από τη διατύπωση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 1 στοιχ. Α’ περ. 2 και 1 παρ. 2 αντιστοίχως των ανωτέρω Συμβάσεως και Πρωτοκόλλου, προκύπτει ότι πρόσφυγας θεωρείται το πρόσωπο, το οποίο ευλόγως φοβούμενο ότι θα υποστεί διώξεις λόγω της φυλής, της θρησκείας, της ιθαγενείας του, του γεγονότος ότι ανήκει σε ορισμένη κοινωνική ομάδα ή λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, βρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν μπορεί ή, λόγω φόβου, δεν θέλει να επικαλεσθεί την προστασία της χώρας αυτής. Επίσης, οι διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 1, 32 παρ. 1 και 33 παρ. 1 της ανωτέρω Συμβάσεως της Γενεύης αναφέρουν αντιστοίχως ότι: “Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι δεν θα επιβάλλουν ποινικάς κυρώσεις εις πρόσφυγας λόγω παρανόμου εισόδου ή διαμονής, εάν ούτοι προερχόμενοι απ’ ευθείας εκ χώρας ένθα η ζωή ή η ελευθερία αυτών ηπειλείτο, εν τη εννοία του άρθρου 1, εισέρχωνται ή ευρίσκωνται ήδη επί του εδάφους αυτών άνευ αδείας, υπό την επιφύλαξιν πάντως ότι ούτοι αφ’ ενός μεν θα παρουσιαστούν αμελλητί εις τας αρχάς αφ’ ετέρου δε θα δώσουν επαρκείς εξηγήσεις περί της παρανόμου αυτών εισόδου ή διαμονής”, “Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι δεν θα απελαύνουν πρόσφυγας νομίμως διαμένοντας επί του εδάφους αυτών, ειμή μόνον διά λόγους εθνικής ασφαλείας ή δημοσίας τάξεως” και “Ουδεμία Συμβαλλόμενη Χώρα θα απελαύνει ή θα επαναπροωθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπον, πρόσφυγας, εις τα σύνορα εδαφών ένθα η ζωή ή η ελευθερία αυτών απειλούνται διά λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων”. Σε αρμονία προς τις ως άνω διατάξεις και σε συμμόρφωση προς τις σχετικές διατάξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης,  στο π.δ 141/2013, που ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου τέλεσης της πράξης [ήδη οι ρυθμίσεις του ανωτέρω π.δ αντικαταστάθηκαν με τις παρόμοιες διατάξεις του ν. 4636/2019 από 1-1-2020 (άρθρ. 119 περ.3) και, εν τέλει, ο νόμος αυτός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το ν. 4939/2022, που περιέχει παρόμοιες διατάξεις], ορίζονται τα ακόλουθα: Στο άρθρο 2 περ. β΄, ε΄ και ζ΄ “β) «αίτηση διεθνούς προστασίας» ή «αίτηση ασύλου» ή «αίτηση» είναι η αίτηση παροχής προστασίας από το ελληνικό κράτος που υποβάλλει ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής με την οποία ζητά την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ιδιότητας του πρόσφυγα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης, ή τη χορήγηση καθεστώτος επικουρικής προστασίας, εφόσον ο ίδιος δεν ζητά ρητώς να του χορηγηθεί άλλη μορφή προστασίας, που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος διατάγματος και μπορεί να ζητηθεί αυτοτελώς,…..ε) «πρόσφυγας» είναι ο αλλοδαπός ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, βρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν μπορεί ή λόγω του φόβου αυτού δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος, βρισκόμενος εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του για τους ίδιους προαναφερθέντες λόγους, δεν μπορεί ή λόγω του φόβου αυτού δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν,….ζ) «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» είναι, με την επιφύλαξη του άρθρου 17, ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής, που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας αλλά στο πρόσωπό του συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι αν επιστρέψει στη χώρα της καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15 και που δεν μπορεί ή λόγω του κινδύνου αυτού δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας” και στο άρθρο 15, που αναφέρεται στην αναγνώριση προσώπου ως δικαιούχου επικουρικής προστασίας, υπό τον τίτλο «σοβαρή βλάβη», “Η σοβαρή βλάβη συνίσταται σε: α) θανατική ποινή ή εκτέλεση ή β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του ή γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης”. Εξάλλου, στο νόμο 4375/2016, για την “Οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσίας Ασύλου κλπ”, που ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου τέλεσης της πράξης [ήδη οι ρυθμίσεις των άρθρων 33 έως 66 αυτού αντικαταστάθηκαν με τις παρόμοιες διατάξεις του ν. 4636/2019 από 1-1-2020 (άρθρ. 119 περ. 1) και, εν τέλει, οι διατάξεις αυτές καταργήθηκαν και  αντικαταστάθηκαν από τις παρεμφερείς διατάξεις του ν. 4939/2022], ορίζονται τα ακόλουθα:  στο άρθρο 54 παρ. 1 περ. γ’ και δ’, υπό τον τίτλο απαράδεκτες αιτήσεις  “1. Οι Αρχές Απόφασης με σχετική απόφαση απορρίπτουν αίτηση διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτη, εφόσον:…… γ. ο αιτών απολαμβάνει επαρκούς προστασίας από χώρα που θεωρείται ως πρώτη χώρα ασύλου για αυτόν, σύμφωνα με το άρθρο 55 ή δ. κρίνουν ότι μία χώρα συνιστά ασφαλή τρίτη χώρα για τον αιτούντα, σύμφωνα με το άρθρο 56 …..“, στο άρθρο 55  “Μία χώρα θεωρείται ως πρώτη χώρα ασύλου για τον αιτούντα με την προϋπόθεση ότι θα γίνει εκ νέου δεκτός στη χώρα αυτή, εάν αυτός έχει αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας από αυτή και απολαμβάνει ακόμη της σχετικής προστασίας, ή απολαμβάνει άλλης αποτελεσματικής προστασίας στην εν λόγω χώρα, επωφελούμενος μεταξύ άλλων από την αρχή της μη επαναπροώθησης” και στο άρθρο 56 παρ. 1 περ. α’, β’, γ’, δ’, και ε’ ” 1. Μια χώρα θεωρείται ως ασφαλής τρίτη χώρα για ένα συγκεκριμένο αιτούντα, όταν πληρούνται σωρευτικά τα εξής κριτήρια: α. δεν απειλούνται η ζωή και η ελευθερία του λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ή πολιτικών πεποιθήσεων, β. η χώρα αυτή τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης, γ. δεν υπάρχει κίνδυνος σοβαρής βλάβης για τον αιτούντα κατά το άρθρο 15 του π.δ. 141/2013, δ. η χώρα αυτή απαγορεύει την απομάκρυνση κάποιου σε χώρα όπου κινδυνεύει να υποστεί βασανιστήρια ή σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, όπως ορίζεται στο διεθνές δίκαιο, ε. υπάρχει η δυνατότητα να ζητηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα και, στην περίπτωση που ο αιτών αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, να του χορηγηθεί προστασία σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης και στ. ο αιτών έχει σύνδεσμο με την εν λόγω τρίτη χώρα, βάσει του οποίου θα ήταν εύλογο για αυτόν να μεταβεί σε αυτή. Τέλος, με τη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 30 του ως άνω ν. 4251/2014, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 4332/2015, η οποία είναι εναρμονισμένη με τις ανωτέρω διατάξεις της προαναφερόμενης Σύμβασης της Γενεύης και τις σχετικές διατάξεις του π.δ 141/2013 και του ν. 4375/2016, ως και των μεταγενέστερων νόμων, που τις αντικατέστησαν, ορίζεται ότι οι κυρώσεις των παρ. 1, 2 και 3 του ίδιου άρθρου (30 του ν. 4251/2014) δεν επιβάλλονται στις περιπτώσεις διάσωσης ανθρώπων στη θάλασσα, της μεταφοράς ανθρώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας, κατά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου, καθώς και στις περιπτώσεις προώθησης στο εσωτερικό της χώρας ή διευκόλυνσης της μεταφοράς, προς τον σκοπό υπαγωγής στις διαδικασίες των άρθρων 83 του ν. 3386/2005 (επαναπροώθηση στη χώρα προέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας) ή του άρθρου 13 του ν. 3907/2011 (ο νόμος αυτός καταργήθηκε με το άρθρο 81 του ν. 4375/2016, που πλέον προέβλεψε τα σχετικά με τις Υπηρεσίες Ασύλου και Πρώτης Υποδοχής), κατόπιν ενημέρωσης των αρμόδιων αστυνομικών και λιμενικών αρχών (ΑΠ 719/2022, ΑΠ 1782/2017). Με την τελευταία αυτή διάταξη, αίρεται το άδικο της μεταφοράς αλλοδαπών, που εισήλθαν παράνομα στην ελληνική επικράτεια,  μόνον στην περίπτωση που υπήρξε ανάγκη διάσωσης αυτών στη θάλασσα ή ανάγκη μεταφοράς τους, εφόσον έχρηζαν διεθνούς προστασίας, κατά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, όπως απομάκρυνση από εμπόλεμη περιοχή ή από περιοχή, όπου κινδύνευαν να διωχθούν για θρησκευτικούς, φυλετικούς ή άλλους λόγους ή υπήρχε κίνδυνος θανάτωσης ή βασανισμού τους. Στην προκειμένη περίπτωση το ως άνω δικαστήριο της ουσίας, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει διεξοδικά, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα κάτωθι: «Ο πρώτος κατηγορούμενος στα Ψαρά, την 1η-8-2018 ως κυβερνήτης πλωτού μέσου, με πρόθεση, μετέφερε παράνομα από το εξωτερικό στην Ελλάδα, υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, καθόσον δεν ήταν Έλληνες ούτε είχαν ιθαγένεια άλλου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν υποβλήθηκαν στον προβλεπόμενο από το νόμο έλεγχο, προκειμένου να εισέλθουν νόμιμα στην Ελλάδα, πράξη την οποία γνώριζε ότι είναι παράνομη, ενεργώντας δε από κοινού με έτερους αγνώστων λοιπών στοιχείων δράστες, πέραν των τριών, εκ κερδοσκοπίας και κατά τρόπο που μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο κατά συρροή. Συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω χρόνο και ειδικότερα κατά τις βραδινές ώρες και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα χρονική στιγμή, έχοντας παραλάβει ύστερα από συνεννόησή του με τουλάχιστον δύο λοιπούς αγνώστων στοιχείων δράστες, με τους οποίους δρούσε από κοινού, από τα παράλια της Τουρκίας και δη από την περιοχή Τσανάκκαλε, ως κυβερνήτης ενός ιστιοφόρου σκάφους, χρώματος λευκού, μήκους περίπου δέκα (10) μέτρων και πλάτους περίπου τριών (3) μέτρων, μη κοινοτικού, αγνώστων λοιπών στοιχείων, με πρόθεση, μετέφερε στην Ελλάδα, διά θαλάσσης και δη εισερχόμενος στα ελληνικά χωρικά ύδατα, όπου και εντοπίστηκε από τις αρμόδιες Λιμενικές και Αστυνομικές Αρχές Ψαρών, βόρεια- βορειοδυτικά της Νήσου Ψαρών, όταν διαπιστώθηκε η αποβίβαση ατόμων σε δυσπρόσιτη παραλία πλησίον της θέσης Παναγίας Βατούσας της προαναφερόμενης Νήσου, εξήντα έξι (66) υπηκόους τρίτης χώρας, χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, καθόσον δεν υποβλήθηκαν σε νόμιμο έλεγχο και δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, γιατί δεν είχαν ιθαγένεια κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στερούνταν διαβατηρίου ή άλλων ταξιδιωτικών εγγράφων, που να αποδεικνύουν τη νόμιμη είσοδο και παραμονή τους στην Ελλάδα, ενώ γνώριζε ότι απαγορεύεται η είσοδός τους στην Ελληνική Επικράτεια, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις. Την πράξη του αυτή ενήργησε εκ κερδοσκοπίας, καθόσον συμφώνησε με έτερο συνεργαζόμενο με τον ίδιο άτομο, Αφγανό υπήκοο, με φερόμενο όνομα «ΑΜΝΤΟΥΛΑ» ή «ΑΜΒDULΑ», αγνώστων λοιπών στοιχείων, να αποκομίσει αμοιβή ποσού ίση περίπου με 7.000 δολάρια ΗΠΑ από τη μεταφορά, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, των ως άνω προσώπων, οι οποίοι κατέβαλαν στο έτερο αγνώστων λοιπών στοιχείων ως άνω συνεργαζόμενο με αυτόν άτομο για το σκοπό αυτό, με το οποίο έδρασε από κοινού, χρηματικό ποσό ίσο περίπου με 5.500 ευρώ έκαστος μεταφερόμενος. Επίσης, από την πράξη του αυτή μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, αφού κυβερνούσε κατά τις βράδυνες ώρες το εν λόγω σκάφος, το οποίο ναυάγησε τελικώς βόρεια- βορειοδυτικά της Νήσου Ψαρών (πλησίον θέσης Παναγίας Βατούσας), χωρίς να είναι το σκάφος αυτό εφοδιασμένο αφενός με φώτα ναυσιπλοΐας αφετέρου με σωστικές λέμβους, σωσίβια ή οιουδήποτε άλλου είδους σωστικά μέσα, έτσι ώστε σε περίπτωση κινδύνου να μπορέσουν να διασωθούν οι μεταφερόμενοι, ενώ επιπλέον ήταν μέγιστης χωρητικότητας έως 14 ατόμων, ενώ μετέφερε υπεράριθμους επιβάτες και συγκεκριμένα 66 άτομα, με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την ασφάλειά τους. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης παράνομης μεταφοράς των 66 αλλοδαπών, που λεπτομερώς αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας». Ακολούθως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, μεταξύ άλλων, για την αξιόποινη πράξη της παράνομης διευκόλυνσης μεταφοράς 66 αλλοδαπών (Πακιστανών και Αφγανών), που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, από κοινού, κατά συρροή, από υπαίτιους που ενεργούσαν εκ κερδοσκοπίας και κατά τρόπο που μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, κατά συρροή. Επιβλήθηκε δε σε βάρος του ποινή κάθειρξης δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή διακοσίων χιλιάδων (200.000) χιλιάδων ευρώ για κάθε μεταφερόμενο, μαζί δε με τις ποινές των λοιπών συρρεόντων εγκλημάτων,  συνολική ποινή κάθειρξης εκατό σαράντα τεσσάρων (144) ετών, από τα οποία εκτιτέα τα είκοσι (20) έτη, καθώς και συνολική χρηματική ποινή ύψους εκατό σαράντα οκτώ χιλιάδων (148.000) ευρώ. Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι οι μεταφερόμενοι επιβάτες  με το πλωτό σκάφος είχαν την ιδιότητα του πρόσφυγα, σε κάθε δε περίπτωση, του δικαιούχου επικουρικής προστασίας και, κατά συνέπεια, δεν ήταν άδικη η μεταφορά εκ μέρους του των επιβατών αυτών. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, με την προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς γίνεται δεκτό ότι τα μεταφερόμενα εξήντα έξι (66) άτομα ήταν υπήκοοι τρίτων χωρών, που μεταφέρονταν από το εξωτερικό και συγκεκριμένα από την Τουρκία στην Ελλάδα, χωρίς την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων, καθόσον δεν υποβλήθηκαν σε νόμιμο έλεγχο και δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, γιατί δεν είχαν ιθαγένεια κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στερούνταν διαβατηρίων ή άλλων ταξιδιωτικών εγγράφων, που να αποδεικνύουν τη νόμιμη είσοδο και παραμονή τους στην Ελλάδα, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι απαγορευόταν η είσοδός τους στην ελληνική επικράτεια χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και, ως εκ τούτου, συνάγεται, ότι τα ανωτέρω άτομα δεν είχαν την ιδιότητα του πρόσφυγα ή του δικαιούχου επικουρικής προστασίας. Επομένως, καθίσταται φανερό από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 30 του ως άνω ν. 4251/2014, καθόσον δεν υπήρξε ανάγκη διάσωσης των μεταφερόμενων ατόμων στη θάλασσα, ούτε αυτά έχρηζαν διεθνούς προστασίας κατά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεδομένου μάλιστα ότι η παραλαβή των ατόμων αυτών και η επιβίβασή τους στο ιστιοφόρο σκάφος έγινε από τις ακτές της Τουρκίας, που αποτελεί ασφαλή τρίτη χώρα, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων του ν. 4375/2016  (ΣτΕ Ολ. 2347/2017).  Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι  κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να επιβληθούν στην αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ).