ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ 1145/2020 Κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ «αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή, που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία

181

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Χρυσάνθη Μάντη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, και τη Γραμματέα Σπυριδούλα Βαλλιανάτου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Των καλούντων εναγόντων : 1) …, με Α.Φ.Μ. …, κατοίκου …, οδός …, αριθμός ….., και 2) Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «…», με Α.Φ.Μ. …, που εδρεύει στον …, επί της οδού …, αριθμός ….., και εκπροσωπείται νόμιμα, πρώην «….», συνεπεία της μετατροπής της νομικής μορφής της από Ο.Ε. σε Ι.Κ.Ε., σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4072/1992, οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ιωάννας Πλατή, η οποία κατέθεσε το υπ’ αριθμό … γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του ΔΣΠ.

Των καθ’ ών η κλήση – εναγόμενων : 1) …, με Α.Φ.Μ. …, κατοίκου ………, οδός …, αριθμός ….., και 2) Εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στις …, και εκπροσωπείται στην Ελλάδα από την εταιρεία Λιβερίας «….», με Α.Φ.Μ. …, η οποία έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 89/1969, με νόμιμο εκπρόσωπο το …, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Αβραάμ Πασιπουλαρίδη, ο οποίος κατέθεσε το υπ’ αριθμό … γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του ΔΣΠ.

Οι καλούντες – ενάγοντες, με την από 24-9-2019 κλήση τους, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 8576/30-9-2019 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 4304/30-9-2019, προσδιορίσθηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο, επαναφέρει προς συζήτηση την από 8-8-2012 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 6986/31-8-2012, η οποία προσδιορίσθηκε αρχικά να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 7ης-11-2013 και κατόπιν διαδοχικών αναβολών για τις δικασίμους της 3ης-2-2015 και της 30ης-5-2018, οπότε συζητήθηκε και εξεδόθη η υπ’ αριθμό 4872/2018 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο αρμόδιο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του παρόντος Δικαστηρίου.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

  ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24-9-2019 κλήση των καλούντων – εναγόντων, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 8576/30-9-2019 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 4304/30-9-2019, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η από 8-8-2012 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 6986/31-8-2012 και συζητήθηκε στη δικάσιμο της 30ης-5-2018, κατόπιν έκδοσης της υπ’ αριθμό 4872/2018 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο αρμόδιο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του ίδιου Δικαστηρίου.

Οι ενάγοντες, με την υπό κρίση αγωγή, εκθέτουν ότι ο πρώτος εξ αυτών είναι διαχειριστής της δεύτερης ενάγουσας, ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…» και ήδη ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «…», η οποία δραστηριοποιείται στην εμπορία παλαιών μεταλλικών αντικειμένων, τα οποία αγοράζει ως «παλιοσίδερα» (μέταλλα – σκραπ) με σκοπό τη μεταπώληση. Ότι η δεύτερη εναγόμενη, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον πρώτο εναγόμενο, άσκησε εναντίον τους την από ……….. καταγγελία – έγκληση ενώπιον του Λιμεναρχείου ………..και την από 17-7-2012, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3568/2012, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τις οποίες (έγκληση και αίτηση) επισυνάπτει και με τις οποίες οι εναγόμενοι προέβησαν σε ψευδείς ισχυρισμούς εναντίον τους, για τους αναλυτικά διαλαμβανόμενους στην αγωγή λόγους. Ότι τα ψευδή αυτά γεγονότα που οι εναγόμενοι εν γνώσει τους ισχυρίσθηκαν ενώπιον τρίτων και συνιστούν τα αδικήματα της ψευδορκίας, ψευδούς κατάθεσης, ψευδούς καταμήνυσης, συκοφαντικής δυσφήμησης και απάτης, πρόσβαλαν την τιμή και την υπόληψη του πρώτου, καθώς και το κύρος, τη φήμη και την αξιοπιστία της δεύτερης εξ αυτών, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούν, όπως παραδεκτά περιόρισαν τα αιτήματα της αγωγής σε αναγνωριστικά, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την υπ’ αριθμό 4872/2018 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και με τις προτάσεις τους (άρθρα 223 εδ. β΄, 294 εδ. α΄, 295 § 1 εδ. β΄ και 297 ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, σε έκαστο αυτών, το ποσό των 100.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να διαταχθεί η προσωπική κράτηση κατά του πρώτου εναγόμενου για ένα (1) έτος, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας, μετά τον προαναφερόμενο περιορισμό του συνόλου των αιτημάτων της σε αναγνωριστικά, δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου (άρθρο 7 § 3 του Ν.Δ. 1544/1942, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 Ν. 4446/2016, ΦΕΚ Α 240/22-12-2016), παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 18 και 35 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 §§ 1 περ. α΄, 2, 3Α και 3Β περ. δ΄ Ν. 2172/1993 λόγω της ναυτικής φύσης της διαφοράς), κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία και είναι ορισμένη, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγόμενων για το λόγο ότι στην αγωγή δεν αναφέρονται ποιες είναι οι δυσμενείς συνέπειες και περιστάσεις που δημιουργήθηκαν από τις διαδιδόμενες ειδήσεις και η ζημία, που υπέστη η δεύτερη ενάγουσα, καθώς για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, κατ’ άρθρο 920 ΑΚ, το προσβαλλόμενο νομικό πρόσωπο, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να αναφέρει ορισμένα ότι με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική του πίστη, η επαγγελματική του υπόληψη και γενικά το εμπορικό του μέλλον, όπως εν προκειμένω, γεγονότα τα οποία πρέπει και να αποδείξει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο αίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής χωρίς αποδείξεις, αλλά με συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (βλ. ΕφΑθ 7143/2007 ΔΕΕ 2008, σελ. 193, Γ. Γεωργιάδη σε Α. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ, τ. Ι, άρθρο 920, § 28, σελ. 1864). Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 330, 345, 346, 914, 920, 926, 932 ΑΚ, 229, 362, 363 ΠΚ και 176 ΚΠολΔ, πλην των αιτημάτων περί προσωπικής κράτησης του πρώτου εναγόμενου και περί κήρυξης της παρούσας απόφασης προσωρινά εκτελεστής, που είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμα, καθόσον οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν αποτελούν εκτελεστούς τίτλους (άρθρο 904 § 2 ΚΠολΔ), ώστε να μπορούν να κηρυχθούν και προσωρινά εκτελεστές, και καθώς δεν αποτελούν εκτελεστό τίτλο, δε μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης των εναγόντων με προσωπική κράτηση του πρώτου εναγόμενου, αφού προϋπόθεση για την αναγκαστική εκτέλεση με προσωπική κράτηση είναι η ύπαρξη εκτελεστού τίτλου (άρθρα 904 § 1 και 951 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ «αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή, που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία». Με την ανωτέρω διάταξη, χωρίς να θεσμοθετείται υποχρέωση, παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να αναβάλλει με απόφασή του τη συζήτηση της υπόθεσης, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση διαδίκου, μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική δίκη, η οποία επηρεάζει κατά οποιονδήποτε τρόπο τη διάγνωση της αστικής διαφοράς (ΑΠ 1479/1984 ΕλλΔνη 26, σελ. 646, ΑΠ 892/1976 ΝοΒ 25, σελ. 344), χωρίς να υφίσταται και σχέση εξάρτησης από προδικαστικό ζήτημα. Έτσι, για την αναβολή της συζήτησης, απαιτείται, αφενός μεν εκκρεμής ποινική αγωγή, αφετέρου δε, επηρεασμός της ποινικής αγωγής στη διάγνωση της αστικής δικαιολογητικής σχέσης. Και εκκρεμής θεωρείται η ποινική αγωγή, εφόσον έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και διατάχθηκε προανάκριση ή κύρια ανάκριση, ανεξαρτήτως της εισαγωγής ή όχι της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά τον χρόνο έκδοσης της αναβλητικής απόφασης, χωρίς να αρκεί μόνη η υποβολή της σχετικής έγκλησης (ΑΠ 1479/1984 ό.π., ΕφΠειρ 29/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Και είναι αληθές ότι η αμετάκλητη ποινική απόφαση δε δημιουργεί δεδικασμένο, για τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία στηρίζουν παραλλήλως, αφενός μεν την ποινική αξίωση της πολιτείας κατά του κατηγορούμενου, αφετέρου δε την εναντίον του αστική αξίωση. Κατά τις διατάξεις, όμως του ΚΠολΔ το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να εκτιμήσει, κατά συνείδηση, την αξία της ποινικής απόφασης. Εναπόκειται, λοιπόν, στην έμφρονη κρίση του πολιτικού Δικαστηρίου να εξετάσει, αν με την αναβολή της πολιτικής δίκης, μέχρι να περατωθεί αμετακλήτως η ποινική διαδικασία, θα διευκολυνθεί η αποδεικτική διαδικασία για τη βασιμότητα της εκκρεμούς αγωγής (ΕφΘεσ 1047/2011 ΕΠολΔ 2011, σελ. 789, ΕφΑθ 1504/2010 ΕφΑΔ 2010, σελ. 1356, ΕφΑθ 3221/2006 ΕλλΔνη 2009, σελ. 274). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της δικογραφίας προκύπτει ότι κατόπιν της από 1-8-2012 έγκλησης του πρώτου ενάγοντος, ατομικά και ως εκπροσώπου της δεύτερης ενάγουσας, κατά του πρώτου εναγόμενου, που κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά και έχει το αυτό περιεχόμενο κατά τα ουσιώδη στοιχεία με την ιστορική βάση της υπό κρίση αγωγής, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο κατηγορητήριο, ασκήθηκε ποινική δίωξη, με Α.Β.Μ. …, σε βάρος του πρώτου εναγόμενου για τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα και παραπέμφθηκε για να δικασθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά. Δυνάμει δε της υπ’ αριθμό ΒΤ 2817/30-9-2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά ο ανωτέρω κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 1 έτους και 6 μηνών. Κατά της ως άνω απόφασης ο καταδικασθείς έχει ασκήσει έφεση, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Η εν λόγω ποινική δίκη επηρεάζει άμεσα την κρινόμενη διαφορά, αφού αντικείμενό της είναι η αστική αποζημίωση των εναγόντων από την ίδια αξιόποινη, σε σχέση με την ηθική βλάβη που υπέστησαν, συμπεριφορά που φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος τους ο πρώτος εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης, τα δε πραγματικά περιστατικά της ποινικής δίκης ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με τα αντίστοιχα που θεμελιώνουν την ασκούμενη διά της κρινόμενης αγωγής αξίωση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει, ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 250 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, την οποία βασίμως ζητούν και οι εναγόμενοι, έτσι ώστε, εκτιμώντας και την απόφαση που το ποινικό Δικαστήριο θα λάβει, να καταλήξει σε ασφαλή δικανική πεποίθηση για την ουσία της ένδικης διαφοράς, εκτιμώντας παράλληλα και τα υπόλοιπα προσαχθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα. Επομένως, κρίνεται αναγκαίο, προς πληρέστερη διάγνωση και για την ορθή εκτίμηση της ένδικης διαφοράς, να αναβληθεί η συζήτηση της υπό κρίση αγωγής μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της εκκρεμούς ποινικής υπόθεσης που επακολούθησε της από 1-8-2012, με Α.Β.Μ. …, έγκλησης που κατέθεσαν οι ενάγοντες σε βάρος του πρώτου εναγόμενου, με βάση τις οποίες, κατά τα ήδη λεχθέντα, παραπέμπεται ο ανωτέρω ως υπαίτιος τέλεσης των προαναφερόμενων πλημμελημάτων. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν τίθεται στην παρούσα απόφαση, καθώς δεν είναι οριστική.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Αναβάλλει τη συζήτηση της αγωγής μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης στην ποινική δίκη, με Α.Β.Μ. …, που εκκρεμεί σε βάρος του πρώτου εναγόμενου, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, για τα πλημμελήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, την 1η Απριλίου 2020 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ