ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 160 / 2023 Ανθρωποκτονία εξ’ αμελείας

121

Αριθμός 160/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου, Κωστούλα Πρίγγουρη και Παρασκευή Τσούμαρη -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Καρκαμπούνα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης Β. Α. του Θ., κατοίκου … η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο Νικόπουλο, για αναίρεση της υπ’αριθ. 433/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Γ. Λ. του Β. και 2. Μ. Τ. του Δ., κάτοικους … οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελισάβετ Λογοθέτη.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ’αριθ.πρωτ. 51/2022 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 689/2022.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αρ. 51/2022 αίτηση της Β. Α. του Θ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 433/2022 καταδικαστικής σε βάρος της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση της αναιρεσείουσας ενώπιον του γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώριση της προσβαλλομένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, που έλαβε χώρα στις 23-6-2022, αφού η ανωτέρω αίτηση κατατέθηκε στις 4-7-2022 (άρθρα 464, 473 παρ.2,3, 474, 504 του ΚΠΔ), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’, ήτοι την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 ΠΚ, “όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών”, κατά δε την διάταξη του άρθρου 314 του ιδίου κώδικα, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, “από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν”. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματική βλάβη από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και που η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου ή της βλάβης του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Προϋποτίθεται, βέβαια, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όπως προαναφέρθηκε, συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου ή της βλάβης, η οποία, εκτός των λοιπών στοιχείων του εγκλήματος, πρέπει να αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα, προκειμένου να έχει η σχετική καταδικαστική απόφαση την επιβαλλόμενη, κατά τα κατωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, κατά την οποία, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, αν γινόταν δηλαδή η επιβεβλημένη ενέργεια, που τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα. ( ΑΠ 289/2021, ΑΠ 121/2019, ΑΠ 521 /2017, ΑΠ 35/2016 ). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ” αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε” του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 433/2022 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθησαν, τα ακόλουθα: “…..Η κατηγορουμένη στην …., ως μαιευτήρας-γυναικολόγος του Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής, παρακολουθούσε την πολιτικώς ενάγουσα Μ. Τ., που ήταν έγκυος στο πρώτο παιδί της, από τον έβδομο μήνα της κύησής της. Αν και πιθανή ημερομηνία τοκετού ήταν η 26-06-2015 και η κύηση μέχρι τότε είχε εξελιχθεί φυσιολογικά και χωρίς κανένα πρόβλημα, όταν στις 20-06- 2015 η πολιτικώς ενάγουσα, συνοδευόμενη από τον σύζυγό της, επισκέφθηκε για μία τακτική εξέταση την κατηγορουμένη, αυτή τους ενημέρωσε ότι το επόμενο διάστημα θα απούσιαζε με προγραμματισμένη άδεια και τους πρότεινε να μεταβούν στο Νοσοκομείο στις 23-06-2015, ημέρα κατά την οποία θα εφημέρευε, προκειμένου να γεννήσει η πολιτικώς ενάγουσα με τεχνητή πρόκληση φυσιολογικού τοκετού. Οι πολιτικώς ενάγοντες, οι οποίοι δεν ενημερώθηκαν από την κατηγορουμένη για, τυχόν, ύπαρξη κινδύνων από την επιλογή τους αυτή και, προκειμένου να βρίσκεται αυτή κατά τον τοκετό καθόσον οι ίδιοι την είχαν επιλέξει και την εμπιστεύονταν, αποφάσισαν να ακολουθήσουν την πρότασή της και να γεννήσει η πολιτικώς ενάγουσα με τεχνητή πρόκληση φυσιολογικού τοκετού στις 23-06-2015, ήτοι τρεις μέρες νωρίτερα από την πιθανή ημερομηνία τοκετού. Πράγματι, στις 23-06-2015 και περί ώρα 09.00 π.μ. πήγαν στο Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής όπου η επίτοκος υποβλήθηκε σε όλες τις απαιτούμενες εξετάσεις και τέθηκε υπό καρδιοτοκογραφική παρακολούθηση. Όπως, δε, κατέθεσε και ο πολιτικώς ενάγων, η σύζυγός του έκανε καρδιοτοκογράφημα σχεδόν ανά μία ώρα. Προηγήθηκε η δακτυλική αποκόλληση εμβρυακών υμένων, μέθοδος που δεν απέδωσε και, ακολούθως, ξεκίνησε η φαρμακευτική πρόκληση του τοκετού με χορήγηση, κατόπιν εντολής της κατηγορουμένης, ενδοφλεβίως οξυτοκίνης και, ειδικότερα, με ρυθμό 13 mU ανά λεπτό που, μετά από δύο ώρες, αυξήθηκε σε 16-20 mU ανά λεπτό, αν και η συνήθης έναρξη της χορήγησης οξυτοκίνης για πρόκληση τοκετού είναι 0,5 έως 1 mU το λεπτό και η τιτλοποίηση της δόσης με αυξήσεις κατά 1-2 mU το λεπτό κατά διαστήματα. Από την έναρξη, δε, της οξυτοκίνης διαπιστώθηκε υπερσυσταλτικότητα της μήτρας. Η αυτόματη ρήξη του θυλακίου επήλθε γύρω στις 10 το βράδυ, ενώ μετά ξεκίνησαν οι ωδίνες και τελεία διαστολή της μήτρας επήλθε γύρω στις 4:00 της επόμενης ημέρας. Σε όλο αυτό το διάστημα συνεχιζόταν η παρακολούθηση του εμβρύου με καρδιοτοκογραφήματα. Μεταξύ 19:42-20:40, όμως, το καρδιοτοκογράφημα ήταν σαφώς παθολογικό λόγω της παρουσίας όψιμων, σύμφωνα με τους πραγματογνώμονες επιβραδύνσεων (από την κατηγορούμενη χαρακτηρίστηκαν μεταβαλλόμενες), συνοδευόμενων από ελαττωμένη μεταβλητότητα. Η εμφάνιση των παραπάνω επιπλοκών, απαιτούσε ειδικές παρεμβάσεις για εξακρίβωση και άρση του αιτίου και αποπεράτωση του τοκετού με κύριο στόχο την αποφυγή της παρατεταμένης εμβρυϊκής υποξίας και την πρόκλησή μη αναστρέψιμων βλαβών σε ζωτικά όργανα του εμβρύου, όπως εγκέφαλος και καρδία, που μπορεί να οδηγήσουν σε ενδομήτριο ή νεογνικό θάνατο. Οι ειδικές αυτές παρεμβάσεις περιλαμβάνουν τη διακοπή χορήγησης οξυτοκίνης, την εφαρμογή διαφόρων μεθόδων ενδομήτριας ανάνηψης και την οργάνωση του χειρουργείου για την έγκαιρη αποπεράτωση του τοκετού η οποία στη δεδομένη περίπτωση, έπρεπε να γίνει με εκτέλεση καισαρικής τομής. Εντούτοις, η κατηγορουμένη επέμεινε στη διαδικασία πρόκλησης φυσιολογικού τοκετού και συνεχίσθηκε η χορήγηση οξυτοκίνης στην επίτοκο, ενώ δεν έγινε καμία προετοιμασία του χειρουργείου. Τελικά, η επίτοκος εισήχθη εσπευσμένα στο χειρουργείο περί ώρα 03:00 της 24-06-2015 και υποβλήθηκε σε καισαρική τομή, σε χρόνο, όμως, πού ήδη είχαν προκληθεί ανεπανόρθωτες βλάβες στο κύημα και στην επίτοκο. Συγκεκριμένα, κατά την εισαγωγή της επιτόκου στο χειρουργείο, αν και όταν εισήχθη στο νοσοκομείο είχε ικανοποιητικό αιματοκρίτη, διαπιστώθηκε ότι είχε σημεία βαριάς αναιμίας και χρειάσθηκε συνεχείς μεταγγίσεις αίματος. Μετά την καισαρική, η ασθενής υποβλήθηκε σε εγχείρηση υστερεκτομής λόγω αδράνειας της μήτρας, επέμβαση η οποία ήταν αναπόφευκτη μετά την παραπάνω δυσμενή εξέλιξη. Ακολούθως, διακομίσθηκε στη ΜΕΘ του Π.Γ.Ν. Αλεξανδρούπολης, όπου αποσωληνώθηκε αμέσως, ανένηψε πολύ γρήγορα και στη συνέχεια νοσηλεύθηκε στην Παν. Μαιευτική- Γυναικολογική κλινική από όπου και εξήλθε μετά την ανάρρωσή της. Το νεογνό, αμέσως μετά τον τοκετό, διακομίσθηκε διασωληνωμένο στη Μονάδα Νεογνών του Π.Γ.Ν. Αλεξανδρούπολης, ωχρό με χαλαρό μυϊκό τόνο (σφύξεις 88/Min και κορεσμό αιμοσφαιρίνης 70%) σε πολύ βαριά κατάσταση (βαριά περιγεννητική ασφυξία). Μετά την παραλαβή του διασωληνώθηκε εκ νέου στην Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών Αλεξανδρούπολης. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του ήταν σε μηχανικό αερισμό, με χαλαρό μυϊκό τόνο, χαμηλές σφίξεις και χαμηλό κορεσμό οξυγόνου και καθ’ όλη τη διάρκεια της νοσηλείας του υποστηριζόταν μηχανικά και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Έμεινε, δε, διασωληνωμένο, ώσπου κατέληξε την 07:30 ώρα της 30-06-2015. Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς της κατηγορουμένης, η οποία, κατά παράβαση των παραδεδεγμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης από μέρους της, αντιμετώπισε το ως άνω περιστατικό με απερισκεψία και δεν κατέβαλε την κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, αν και είχε όλες τις ενδείξεις με την ύπαρξη παθολογικού καρδιοτακογραφήματος, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψε ως δυνατόν και, συνεπεία των εν λόγω παραλείψεών της, δημιούργησε την αιτιακή συνθήκη για την παραγωγή του αποτελέσματος, δηλαδή τον θάνατο του μωρού λίγες μόλις ημέρες από την γέννησή του και την σωματική βλάβη της μητέρας. Ειδικότερα, ξεκίνησε την διαδικασία πρόκλησης τοκετού χωρίς να βεβαιωθεί ότι αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια για την επίτοκο και το έμβρυο, δεδομένου ότι η πρόκληση τοκετού κατά την 40η εβδομάδα κύησης ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την μητέρα και το έμβρυο, μάλιστα ξεκίνησε την ως άνω διαδικασία χωρίς να ενημερώσει ενδελεχώς την επίτοκο και τον σύζυγό της για τους κινδύνους που τυχόν υφίστανται. Περαιτέρω, χορήγησε μεγάλη ποσότητα οξυτοκίνης και συνέχισε τη χορήγηση οξυτοκίνης, αν και προέκυψε ότι ήταν ατελέσφορη και επικίνδυνη καθώς συνδέεται με επιπλοκές όπως βραδυκαρδία και ατονία μήτρας, χρειάστηκαν δε σχεδόν 8 ώρες για να προκληθεί διαστολή ενός εκατοστού και αύξανε την δοσολογία της αδικαιολόγητα κάθε δύο ώρες, ενώ θα έπρεπε να διακόψει τη χορήγησή της και να αναζητήσει άλλη μέθοδο επίτευξης του στόχου του τοκετού, ήτοι καισαρική τομή, συνεκτιμώντας ότι είχαν σημειωθεί επεισόδια βραδυκαρδίας στο κύημα. Μετά την παρατεταμένη εμμονή της στην εσφαλμένη αυτή αντιμετώπιση του περιστατικού, το χρονικό διάστημα από 19:42 έως 20:40 το καρδιοτοκογράφημα ήταν πλέον σαφώς παθολογικό λόγω παρουσίας όψιμων επιβραδύνσεων. Σε αυτό το χρονικό σημείο, ενώ θα έπρεπε να παρέμβει άμεσα με διακοπή χορήγησης οξυτοκίνης και παραπομπή του περιστατικού στο χειρουργείο για καισαρική τομή, ουδεμία εκ των ανωτέρω ενδεδειγμένων ενεργειών έπραξε. Αντί αυτού συνέχισε, παρά τους κοινώς αποδεδειγμένους κανόνες ιατρικής, την χορήγηση του ίδιου φαρμάκου κι επέμενε στην συνέχιση της πρόκλησης ωδινών. Στην συνέχεια, περί το μεσονύκτιο, ενώ υπήρξαν νέα καρδιοτοκογραφήματα απεικονίζοντα τα ίδια παθολογικά ευρήματα, δεν αξιολόγησε ορθώς αυτά και δεν διέγνωσε τις όψιμες επιβραδύνσεις, και κατ’ επέκταση δεν οδήγησε, έστω και σε εκείνο το σημείο, την επίτοκο στο χειρουργείο και ούτε καν έδωσε εντολή να υπάρχει ετοιμότητα προς τούτο. Λόγω δε της παρατεταμένης εσφαλμένης αντιμετώπισης του περιστατικού, η επίτοκος υπέστη βαρεία αναιμία καθόσον αφέθηκε να αιμορραγεί από την περινεοτομία μέχρι να φτάσει ο αιματοκρίτης στο 14%, με πιθανότερη αιτία της αναιμίας την κεντρική αποκόλληση πλακούντα και, στην συνέχεια, οδηγήθηκε στο χειρουργείο όπου κινδύνευσε να αποβιώσει και, τελικώς, υπέστη μαιευτική υστερεκτομή η οποία συνιστά μόνιμη αναπηρία. Εξάλλου, οι μάρτυρες ιατροί που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ήταν κατηγορηματικοί, ότι ο τοκετός έπρεπε να ολοκληρωθεί με καισαρική τομή από ώρα 19:40, ήτοι μετά το παραπάνω πρώτο παθολογικό καρδιοτοκογράφημα. Και ναι, μεν, η αδράνεια της μήτρας που εμφάνισε η μητέρα μετά τον τοκετό αντιμετωπίσθηκε έγκαιρα και ορθά με μαιευτική υστερεκτομία, γεγονός που έσωσε τη ζωή της, πλην, όμως, αυτή προκλήθηκε λόγω της παραπάνω παρατεταμένης εσφαλμένης αντιμετώπισης του περιστατικού. Ως προς τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης ότι δεν διενεργήθηκε στο νεογνό νεκροψία-νεκροτομή θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν ενημερώθηκε από το Νοσοκομείο η αστυνομία παρά μόνο οι γονείς του, καθόσον οι ιατροί του Νοσοκομείου γνώριζαν την αιτία θανάτου, δοθέντος ότι είχε διακομισθεί στο Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης σε πολύ βαριά κατάσταση και, όπως κρίθηκε. μετά από βαριά περιγεννητική ασφυξία. Εξάλλου, όπως κατηγορηματικά κατέθεσαν και οι μάρτυρες παιδίατροι – νεογνολόγοι στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών του Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, η αιτία θανάτου ήταν γνωστή και για το λόγο αυτό δεν διενεργήθηκε νεκροψία-νεκροτομή καθώς και ότι αποκλείουν το ενδεχόμενό ο θάνατος του νεογνού να οφείλεται είτε σε λανθασμένη φαρμακευτική αγωγή είτε σε ενδονοσοκομειακή λοίμωξη. Ως προς τον λόγο για τον οποίο έγινε η επιλογή της τεχνητής πρόκλησης φυσιολογικού τοκετού, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις δυσμενείς συνέπειες αυτού. Μόνη η επιλογή της τεχνητής πρόκλησης φυσιολογικού τοκετού, δεν συνιστά την αίτια της παραπάνω δυσμενούς εξέλιξης του τοκετού, καθόσον, εάν είχε σταματήσει η κατηγορουμένη έγκαιρα την προσπάθεια αυτή και είχε ολοκληρωθεί ο τοκετός με καισαρική τομή, δεν θα επέρχονταν οι παραπάνω δυσμενείς συνέπειες. Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε αμέλεια της κατηγορουμένης η οποία επέφερε τον θάνατο του νεογνού και την σωματική βλάβη της μητέρας θα πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη των αξιόποινων πράξεων που της αποδίδονται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται και στο διατακτικό.” Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη των αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και σωματικής βλάβης από αμέλεια και αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπό της η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α’ του Π.Κ., επέβαλε σ’αυτήν συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: “ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορουμένη Β. Α. του Θ. ένοχη του ότι: Στην …., την 23/24-6-2015, με τις ίδιες πράξεις τέλεσε περισσότερα ποινικά αδικήματα, ήτοι από αμέλεια της, δηλαδή από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και από το επάγγελμα και την ιδιότητά της και μπορούσε να καταβάλλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη ή η παράλειψη της και προκάλεσε το θάνατο σε άλλο άτομο και σωματική βλάβη σε άλλο άτομο. Συγκεκριμένα, ως μαιευτήρας-γυναικολόγος του Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής, υπόχρεη ως εκ της ιδιότητάς της να διεκπεραιώσει επιτυχώς τον τοκετό της επιτόκου Μ. Τ., προέβη στις κάτωθι εσφαλμένες ενέργειες ή παραλείψεις οι οποίες οδήγησαν αιτιωδώς στο θάνατο του νεογέννητου και στη σωματική βλάβη της επιτόκου. Καταρχήν επίσπευσε τον τοκετό οδηγώντας την επίτοκο Μ. Τ. πρόωρα σε τεχνητή πρόκληση ωδινών, λαμβάνοντας υπόψη ως κριτήριο μόνο το γεγονός πως κατά την πιθανή ημερομηνία τοκετού (26-6-2015) η ίδια είχε κανονική άδεια (από 25-6-2015 έως 30-06-2015). Κατά την πρόωρη ημερομηνία της 23-6-2015 και περί ώρα 09.30 ξεκίνησε την διαδικασία της πρόκλησης τοκετού με χορήγηση φαρμάκου οξυτοκίνης (ή οκυτοκίνης) χωρίς να προηγηθεί χορήγηση κολπικού υποθέτου ή γέλης προσταγλανδίνης, προκειμένου να ξεκινήσουν μικρές τακτικές συσπάσεις, όπως ενδείκνυται κατά την διεθνή ιατρική πρακτική στις περιπτώσεις που ο τράχηλος είναι σκληρός και δεν παρουσιάζει διαστολή. Στην συνέχεια, ενώ η χορήγηση της οξυτοκίνης προέκυψε ότι ήταν ατελέσφορη, καθόσον χρειάστηκαν σχεδόν 8 ώρες για να προκληθεί διαστολή ενός εκατοστού, αύξανε τη δοσολογία αδικαιολόγητα κάθε δύο ώρες, ενώ θα έπρεπε να διακόψει τη χορήγηση της και να αναζητήσει άλλη μέθοδο επίτευξης του στόχου του τοκετού, ήτοι καισαρική τομή, συνεκτιμώντας ότι είχαν σημειωθεί επεισόδια βραδυκαρδίας στο κύημα. Μετά την παρατεταμένη εμμονή της στην εσφαλμένη αυτή αντιμετώπιση του περιστατικού, το χρονικό διάστημα από 19.42 έως 20.40 το καρδιοτοκογράφημα ήταν πλέον σαφώς παθολογικό λόγω παρουσίας όψιμων ή μεταβαλλόμενων επιβραδύνσεων. Στο ύστατο αυτό χρονικό σημείο, ενώ θα έπρεπε να παρέμβει άμεσα με διακοπή χορήγησης οξυτοκίνης, εφαρμογή διαφόρων μεθόδων ενδομήτριας ανάνηψης και παραπομπή του περιστατικού στο χειρουργείο για καισαρική τομή, προκειμένου να αποφύγει την παρατεταμένη εμβρυϊκή υποξία και την πρόκληση μη αναστρέψιμων βλαβών σε ζωτικά όργανα του κυήματος (όπως εγκέφαλο και καρδιά), η κατηγορουμένη ουδεμία εκ των ανωτέρω ενδεδειγμένων ενεργειών έπραξε. Αντί αυτού συνέχισε, παρά τους κοινώς αποδεδειγμένους κανόνες ιατρικής, την χορήγηση του ίδιου φαρμάκου και επέμενε στην συνέχιση της πρόκλησης ωδινών. Στην συνέχεια περί το μεσονύκτιο, ενώ υπήρξαν νέα καρδιοτοκογραφήματα απεικονίζοντα τα ίδια παθολογικά ευρήματα, δεν αξιολόγησε ορθώς αυτά και δεν διέγνωσε τις όψιμες επιβραδύνσεις, και κατ’ επέκταση δεν οδήγησε, έστω και σε εκείνο το σημείο, την επίτοκο στο χειρουργείο, και ούτε καν έδωσε εντολή να υπάρχει ετοιμότητα προς τούτο. Τελικώς, περί τις 03.00 της 24-6-2015 η επίτοκος οδηγήθηκε στο χειρουργείο και υποβλήθηκε σε καισαρική τομή, ήτοι σε χρόνο που ήδη είχαν προκληθεί ανεπανόρθωτες βλάβες στο κύημα και στην επίτοκο. Συγκεκριμένα, λόγω της παρατεταμένης εσφαλμένης αντιμετώπισης του περιστατικού, η επίτοκος υπέστη βαρεία αναιμία καθόσον αφέθηκε να αιμορραγεί από την περινεοτομία μέχρι να φτάσει ο αιματοκρίτης στο 14%, με πιθανότερη αιτία της αναιμίας την κεντρική αποκόλληση πλακούντα και στην συνέχεια οδηγήθηκε στο χειρουργείο όπου κινδύνευσε να αποβιώσει και τελικώς υπέστη μαιευτική υστερεκτομή η οποία συνιστά μόνιμη αναπηρία. Επίσης το έμβρυο γεννήθηκε ζωντανό με σοβαρές και μη αναστρέψιμες βλάβες συνεπεία των οποίων οδηγήθηκε αρχικώς στην μονάδα εντατικής φροντίδας νεογνών του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης όπου παρέμεινε σε μηχανικό αερισμό, με χαλαρό μυϊκό τόνο, χαμηλές σφίξεις και χαμηλό κορεσμό και τελικώς, παρά τις προσπάθειες των ιατρών, παρουσίασε διάχυτη ενδιαγγειακή πήξη και πολυοργανική ανεπάρκεια και απεβίωσε την 30-06-2015.” Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και σωματικής βλάβης από αμέλεια, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 παρ.1 και 314 του ΠΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 28 και 15 του ιδίου κώδικα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, που να στερούν την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα: α) Εκτίθεται η ιδιότητα που είχε η αναιρεσείουσα και ειδικότερα ότι ως ιατρός μαιευτήρας- γυναικολόγος, είχε αναλάβει, κατόπιν συμφωνίας με την επίτοκο εγκαλούσα την παρακολούθηση της κύησης και τον τοκετό αυτής, από την οποία ιδιότητα, προκύπτει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτής προς αποτροπή του θανατηφόρου αποτελέσματος του εμβρύου και της πρόκλησης σωματικής βλάβης στην επίτοκο, η οποία θεμελιώνεται στην συναφθείσα με την ως άνω ασθενή της σύμβαση παροχής ιατρικής αρωγής, τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας αλλά και την εγγυητική θέση του ιατρού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής και της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης, β) αναφέρονται επακριβώς και με σαφήνεια οι συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις, στις οποίες αυτή προέβη υπό την ως άνω ιδιότητά του, με απότοκη συνέπεια τον θάνατο του εμβρύου και την σωματική βλάβη της επιτόκου ασθενούς της, με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αα) ότι κατά παράβαση των παραδεδεγμένων κανόνων της ιατρικής, ξεκίνησε την διαδικασία της πρόκλησης τοκετού με χορήγηση φαρμάκου οξυτοκίνης χωρίς να προηγηθεί χορήγηση κολπικού υπόθετου ή γέλης προσταγλαδίνης, προκειμένου να ξεκινήσουν μικρές τακτικές συσπάσεις, όπως ενδείκνυται κατά την διεθνή ιατρική πρακτική στις περιπτώσεις που ο τράχηλος είναι σκληρός και δεν παρουσιάζει διαστολή και συνέβαινε εν προκειμένου. ββ) Ότι στην συνέχεια, ενώ η χορήγηση της οξυτοκίνης προέκυψε ότι ήταν ατελέσφορη, καθόσον χρειάστηκαν σχεδόν οκτώ ώρες για να προκληθεί διαστολή ενός εκατοστού, αύξανε την δοσολογία αδικαιολόγητα κάθε δύο ώρες, ενώ θα έπρεπε να διακόψει τη χορήγησή της και να αναζητήσει άλλη μέθοδο επίτευξης του στόχου του τοκετού, ήτοι καισαρική τομή, συνεκτιμώντας το γεγονός ότι είχαν σημειωθεί επεισόδια βραδυκαρδίας στο κύημα. γγ) Ότι μετά την ως άνω παρατεταμένη εμμονή της στην εσφαλμένη αυτή αντιμετώπιση του περιστατικού, το χρονικό διάστημα από 19:42 έως 20:40 και ενώ το καρδιοτοκογράφημα ήταν πλέον σαφώς παθολογικό, λόγω παρουσίας όψιμων ή μεταβαλλομένων επιβραδύνσεων και για το λόγο αυτό έπρεπε να παρέμβει άμεσα με διακοπή χορήγησης οξυτοκίνης, εφαρμογή διαφόρων μεθόδων ενδρομήτριας ανάνηψης και παραπομπή του περιστατικού στο χειρουργείο για καισαρική τομή, προκειμένου να αποφύγει την παρατεταμένη εμβρυική υποξία και την πρόκληση μη αναστρέψιμων βλαβών σε ζωτικά όργανα του κυήματος, καμία εκ των ανωτέρω ενδεδειγμένων ενεργειών δεν έπραξε. δδ) Ότι και πάλι περί το μεσονύχτιο ενώ υπήρξαν νέα καρδιοτοκογραφήματα απεικονίζοντα τα ίδια παθολογικά ευρήματα, δεν αξιολόγησε ορθώς αυτά και δεν διέγνωσε τις όψιμες επιβραδύνσεις παραλείποντας εκ νέου να πράξει τις ως άνω ενδεδειγμένες ενέργειες γ) Προσδιορίζεται επαρκώς η μορφή της υπαιτιότητάς της, που περιγράφεται ως μη συνειδητή αμέλεια αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από τις πράξεις και παραλείψεις της ήτοι τον θάνατο του εμβρύου και την σωματική βλάβη της επιτόκου ήτοι την υστερεκτομή, ενώ αναφέρεται και η δυνατότητα αυτής, ως εκ της ιδιότητάς της να προβλέψει το αποτέλεσμα αυτό. δ) Αιτιολογείται πλήρως ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και του επελθόντος το μεν θανατηφόρου αποτελέσματος του κυήματος το δε της επελθούσης σωματικής βλάβης της επιτόκου, αφού σαφώς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές σκέψεις αναφέρεται ότι στην επέλευση του θανάτου του κυήματος και της σωματικής βλάβης της επιτόκου οδήγησαν οι ως άνω παραλείψεις της αναιρεσείουσας. Η περιλαμβανόμενη στον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτίαση περί αντιφατικής αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης για το λόγο ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ δέχεται ότι η πρόκληση τοκετού την 40η εβδομάδα, ενέχει σοβαρούς κινδύνους αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν ήταν η ενδεδειγμένη ιατρική πράξη, στην συνέχεια δέχεται όλως αντιφατικά ότι η επιλογή της τεχνητής πρόκλησης τοκετού δεν συνιστά την αιτία της δυσμενούς εξέλιξης του τοκετού, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η επιλογή της ως άνω μεθόδου δεν ενέχει σοβαρούς κινδύνους είναι αβάσιμη αφού: από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, ουδεμία αντίφαση δημιουργείται καθόσον με σαφήνεια γίνεται δεκτό ότι ο επελθών θάνατος του εμβρύου και η προκληθείσα σωματική βλάβη της επιτόκου οφειλόταν στις προεκτεθείσες παραλείψεις της αναιρεσείουσας και καμία σύνδεση των αποτελεσμάτων αυτών δεν κάνει η προσβαλλομένη απόφαση με την μέθοδο της τεχνητής πρόκλησης του φυσιολογικού τοκετού, τουναντίον με ρητή και σαφή αναφορά γίνεται δεκτό ότι η επιλογή της ως άνω μεδόθου δεν συνδέεται αιτιωδώς, με τις προαναφερόμενες επελθούσες δυσμενείς συνέπειες. Ενόψει τούτου η αναφορά της προσβαλλομένης ότι η εν λόγω διαδικασία κατά την 40η εβδομάδα ενέχει σοβαρούς κινδύνους, έχει τεθεί εντελώς πλεοναστικά και διηγηματικά και ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια δημιουργεί, ως προς τις ανωτέρω σαφείς και πλήρεις παραδοχές για την αμελή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης ότι παρά την ύπαρξη παθολογικού καρδιοτοκογραφήματος στους προαναφερόμενους χρόνους, η αναιρεσείουσα παρέλειψε, κατά παράβαση των παραδεδεγμένων κανόνων ιατρικής να προβεί στις ανωτέρω εκτιθέμενες απαιτούμενες ενέργειες, για την ασφαλή για την υγεία του εμβρύου και της επιτόκου διεκπεραίωση του τοκετού, πλήρως αιτιολογείται η αμελής συμπεριφορά αυτής και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της ως άνω αιτιολογίας να αναφέρονται λεπτομερώς οι σχετικές ενδείξεις του καρδιοτοκογραφήματος, όπως αβάσιμα με σχετική αιτίαση προβάλει η αναιρεσείουσα. Οι λοιπές, αιτιάσεις, που περιλαμβάνονται στους λόγους αναίρεσης και αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών της αναιρεσείουσας, που, κατά την άποψή της, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων που αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής της και αμφισβήτηση των σε βάρος της ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Ενόψει τούτων, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους γίνεται επίκληση των πλημμελειών της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ` ΚοινΔ, ως και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με την μορφή της εκ πλαγίου παραβιάσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ιδίου Κώδικα, με τις ως άνω ειδικότερες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως της Β. Α. του Θ. και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας(άρθρο 578 του Κ.Π.Δ.) και την δικαστική δαπάνη των νομίμως παρασταθέντων υποστηριζόντων την κατηγορία α) Γ. Λ. και β) Μ. Τ. (αρθρα 176,183 του Κ.Πολ.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αρ. πρωτ. 51/2022 αίτηση της Β. Α. του Θ., κατοίκου … για αναίρεση της με αριθμό 433/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των υποστηριζόντων την κατηγορία α) Γ. Λ. και β)Μ. Τ., εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2023.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ