Η κατάργηση του βέτο ανατρέπει την ισορροπία στην ΕΕ, αλλά ψηφίστηκε στο Ευρωκοινοβούλιο ακόμη και από 10 “Έλληνες” , τρόπος του λέγειν, Ευρωβουλευτές!!!

366

«Η Ελλάδα είναι πολύ μικρή για να διαπράξει τόσο μεγάλη ατιμία» έλεγε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Τελικά, και μπορεί να τη διαπράξει, και μάλιστα να είναι και σε βάρος της αυτή η ατιμία, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, στα μεγάλα και στα μικρά…

Στα ΨΙΛΆ πέρασε η είδηση πως το ευρωκοινοβούλιο ψήφισε για την κατάργηση του δικαιώματος των κρατών-μελών της Ε.Ε. στην αρνησικυρία, με άλλα λόγια η Ε.Ε. θέλει να καταργήσει μετά από σχεδόν 50 χρόνια το βέτο! Ένα από τα θεμέλια της «ευρωπαϊκής οικογένειας», ίσως το μοναδικό που εξίσωνε τη Γερμανία με τη Μάλτα και τον πλούσιο Βορρά με τον φτωχό Νότο, κινδυνεύει να καταρρεύσει μετά τις 291 ψήφους των ευρωβουλευτών από όλα τα κόμματα, ανάμεσά τους και δέκα Ελλήνων … ο χαρακτηρισμός των οποίων εναπόκειται στη συνείδηση καθενός εκ των πολιτών!

Η άρση της ομοφωνίας στα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν στην ευρωπαϊκή πολιτική, όπως είναι η εξωτερική πολιτική, η οικονομία, η άμυνα και η ασφάλεια, ήταν ο διακαής πόθος του Βερολίνου, το οποίο πίεσε μέχρις εσχάτων για να περάσει την επιθυμία του. Έχοντας εκκινήσει τη διαδικασία αναθεώρησης των ιδρυτικών συνθηκών του Μάαστριχτ και της Λισαβώνας για τη λειτουργία της Ε.Ε. από τα μέσα του 2010, κατόρθωσε τα τελευταία χρόνια να πείσει και το Παρίσι για το «δίκαιου του ισχυρού», στη λογική πως για τα μεγάλα ευρωπαϊκά ζητήματα δεν μπορεί να μπαίνουν στο ίδιο ζύγι η ψήφος της Γαλλίας και της Γερμανίας με αυτήν της Κύπρου και του Λουξεμβούργου. Το σκεπτικό που είχαν οι Γερμανοί από τα χρόνια της κρίσης, αλλά και κάθε φορά που κλυδωνιζόταν το οικοδόμημα της οικονομίας τους, ήταν πως δεν μπορεί το γειτονικό μικροσκοπικό Λουξεμβούργο να μετατρέπεται σε φορολογικός παράδεισος βάσει της εθνικής νομοθεσίας του, και η Ευρώπη να μην μπορεί να το αλλάξει αυτό χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ίδιου του Λουξεμβούργου.

Στο λογικοφανές επιχείρημα, όμως, υπάρχει και συνέχεια, κρίσιμη και ζωτική για τα εθνικά συμφέροντα μας, που αφορούν στην εξωτερική πολιτική και την άμυνα της Ευρώπης. Η Γερμανία πετυχαίνοντας την άρση του βέτο, και ανάλογα με τα οικονομικά συμφέροντα της, μπορεί να πουλήσει, για παράδειγμα, μαζί με τα υποβρύχια και τα άρματα, και το ευρωπαϊκής συμπαραγωγής μαχητικό αεροσκάφος Eurofighter στην Τουρκία, χωρίς το ενδεχόμενο «ενοχλητικό» στοπ της Ελλάδας ή/και της Κύπρου. Στο ίδιο πλαίσιο, μπορεί μαζί με την Ολλανδία, την Αυστρία, το Βέλγιο και κάποιες ακόμα χώρες να δώσουν το «πράσινο φως» στην ένταξη της Αλβανίας στην Ε.Ε., μόνο και μόνο για να «μπουκάρουν» στην εκμετάλλευση της αλβανικής Ριβιέρα οι μεγάλες εταιρείες των κατασκευών, του τουρισμού και των μεταφορών. Κι ας πάνε… περίπατο οι ενστάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το σεβασμό στο κράτος δικαίου…

«Η Γερμανία «πατά» στο ότι δεν μπορεί να ορίζει την ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στην Τουρκία η Κύπρος, ή απέναντι στη Ρωσία, έναν σημαντικό εταίρο, η Πολωνία και οι βαλτικές χώρες», είχε σημειώσει εύστοχα ο διεθνολόγος Κ. Φίλης πριν δυο χρόνια, όταν ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Χ. Μάας άνοιγε επισήμως το θέμα της αναθεώρησης των συνθηκών της Ε.Ε. με βασικό ζητούμενο την κατάργηση της αρνησικυρίας. Ο ίδιος αναρωτιόταν τότε αν «θα μπορούσε η Γαλλία, ένας κοντινός μας εταίρος τα τελευταία χρόνια σε πολλά επίπεδα, να πειστεί να συνηγορήσει σε αυτή την πρόταση των Γερμανών; Και αν ναι, γιατί;». Στα ερωτήματα του απάντησε η πραγματικότητα με τη Γαλλία να είναι στο πλευρό των Γερμανών. Όπως και η Ελλάδα, που κατάλαβε πως το συμφέρον της είναι με την κατάργηση του βέτο…

Συνολικά 291 ευρωβουλευτές ψήφισαν υπέρ, 274 ευρωβουλευτές ψήφισαν κατά και 44 ψήφισαν «Παρών».

Μάλιστα, από τους 21 Έλληνες ευρωβουλευτές κατά του ψηφίσματος που θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της χώρας μας, μόνο πέντε καταψήφισαν. Πρόκειται για την ευρωβουλευτή της ΝΔ Ελίζα Βόζεμπεργκ η οποία ήταν απούσα από την ψηφοφορία, τον Εμμανουήλ Φράγκο της Ελληνικής Λύσης, τους ευρωβουλευτές του ΚΚΕ Λευτέρη Νικολάου-Αλαβάνο και Κωνσταντίνο Παπαδάκη και τέλος, τον Νίκο Παπανδρέου του ΠΑΣΟΚ.

Σημειώνεται ότι απόντες από την σημαντική διαδικασία ήταν οι Θοδωρής Ζαγοράκης της ΝΔ, ο Πέτρος Κόκκαλης, ο Στέλιος Κούλογλου, ο Γιάννης Λαγός και ο Αθανάσιος Κωνσταντίνου της ΧΑ.

Δηλαδή οι Ευρωβουλευτές που ψήφισαν ΝΑΙ δέχθηκαν να αναλάβουν την ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΤΟΥΣ ΕΥΘΥΝΗ για τον κίνδυνο να λαμβάνονται μελλοντικά αποφάσεις στην Ε.Ε., που βεβαίως δεν έχει κατορθώσει να ομογενοποιηθεί και να αποτελέσει ενιαίο Οργανισμό κοινών συμφερόντων, αντίθετα προς τα εθνικά συμφέροντα, υπηρετώντας τα οικονομικά ή άλλα συμφέροντα των ισχυρών κρατών, χωρίς μάλιστα αυτά να αναδιανέμονται στο σύνολο της Ε.Ε.

Την ίδια στιγμή, παρατηρείται ότι η διαφορά στην ψηφοφορία ήταν μόνο 17 ψήφοι, που σημαίνει ότι οι αν οι Έλληνες ευρωβουλευτές είχαν προτάξει το συμφέρον της πατρίδας τους καταψηφίζοντας τις περίεργες μεθοδεύσεις των ισχυρών, η υπόθεση θα είχε λήξει.

Παράλληλα, προκαλεί εντύπωση ότι το ψήφισμα για την κατάργηση του βέτο υπερψήφισαν και οι πέντε Κύπριοι ευρωβουλευτές που ήταν παρόντες στην ψηφοφορία, ενώ το σύνολο του ψηφίσματος καταψήφισαν τρεις και δύο δήλωσαν «Παρών».

Τα κράτη που αντέδρασαν σε αυτή την απόφαση ήταν η Πολωνία η οποία ψήφισμα για να αντιταχθεί στις προτεινόμενες αλλαγές, κάνοντας λόγο για μείωση του ρόλου της αρχής της ομοφωνίας στο Συμβούλιο της Ευρώπης, και προσπάθεια για περιορισμό των εξουσιών των κρατών, αλλά και παραβίαση του πολωνικού συντάγματος.  Μάλιστα, η κυβέρνηση τόνισε ότι αυτές οι αλλαγές εξυπηρετούν μόνο τα συμφέροντα των πιο ισχυρών, δηλαδή της Γερμανίας και της Γαλλίας.

Την έντονη αντίδρασή της στο ψήφισμα εξέφρασε και η αριστερή κυβέρνηση του Ρόμπερτ Φίκο στη Σλοβακία αλλά και ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος σημείωσε: «Για την Ουγγαρία, αυτό αποτελεί ταμπού. Η Ουγγαρία θεωρεί την ομόφωνη λήψη αποφάσεων ως την τελευταία εγγύηση για την προστασία του εθνικού συμφέροντος και στα επόμενα 120 χρόνια κανένα κοινοβούλιο στην Ουγγαρία δεν είναι πιθανό να ψηφίσει υπέρ αυτού. Οπότε καλύτερα να το βγάλουμε από την ευρωπαϊκή ατζέντα».

Η χώρα μας είχε ασκήσει τρεις φορές βέτο σε ευρωπαϊκές αποφάσεις, η πρώτη επί Ανδρέα Παπανδρέου, επ’ αφορμής των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων, ασκώντας βέτο στην ένταξη της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στην ΕΟΚ. Η δεύτερη το 1999 με πρωθυπουργό Κ. Σημίτη όταν άσκησε βέτο στην απόφαση των «15» για μη ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. αν δεν λυθεί το Κυπριακό. Και η τρίτη, επί Κώστα Καραμανλή, όταν η χώρα μας άσκησε βέτο στην ένταξη των Σκοπίων στην Ε.Ε.. λίγο αργότερα από το πρώτο βέτο του Βουκουρεστίου για την ένταξη στο ΝΑΤΟ.

Η ΑΠΟΨΗ ΕΝΟΣ ΚΥΠΡΙΟΥ ΕΥΡΩΒΟΥΛΕΥΤΗ

Είμαστε ενάντια στην κατάργηση του βέτο, γιατί αυτό θα λειτουργήσει εις βάρος των μικρών κρατών-μελών.

 

Κώστας Μαυρίδης

Κώστας Μαυρίδης, Αρθρογράφος

Κώστας Μαυρίδης- Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D)

29/11/2023 08:49 EET

 

The European Parliament building in Strasbourg, France with flags waving calmly celebrating peace of the Europe. July 12, 2020.
The European Parliament building in Strasbourg, France with flags waving calmly celebrating peace of the Europe. July 12, 2020.

Είναι φορές που ένα ζήτημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο μεταφέρεται στην Κύπρο με τόση «επιτήδεια ανακρίβεια», που αν δεν είχα προσωπική αντίληψη της πραγματικότητας, εύκολα θα είχα παραπλανηθεί από τις εκ των υστέρων δηλώσεις. Έτσι συνέβηκε και για την κατάργηση του δικαιώματος βέτο (αρνησικυρίας) που διαθέτουν σήμερα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Το δικαίωμα βέτο των κρατών-μελών απορρέει από την ομοφωνία που προβλέπεται στην λήψη των αποφάσεων στο (Ευρωπαϊκό) Συμβούλιο βάσει των Συνθηκών της ΕΕ. Για να αλλάξει η ομοφωνία, απαιτείται η αναθεώρηση των Συνθηκών, αλλά το Ευρωκοινοβούλιο δεν έχει τέτοια εξουσία, έχει όμως τη δυνατότητα να ενεργοποιεί την πολιτική διεργασία προτείνοντας αλλαγές κι ασκώντας πίεση προς το Συμβούλιο, το οποίο είναι εν τέλει το αρμόδιο όργανο της ΕΕ για αλλαγές στις Συνθήκες μέσω ομόφωνης απόφασης.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η διεργασία για κατάργηση της ομοφωνίας ξεκίνησε με την Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης πριν δύο χρόνια. Εκείνη η Διάσκεψη κατέληξε σε εισηγήσεις για αναθεώρηση των Συνθηκών, με επίκεντρο την κατάργηση της υφιστάμενης ομοφωνίας και κατ΄επέκταση του δικαιώματος βέτο στη λήψη αποφάσεων. Αυτό το δικαίωμα διατηρεί μια ισορροπία ανάμεσα σε μεγάλα και μικρά κράτη-μέλη, ενώ το πληθυσμιακό μέγεθος κάθε κράτους αντανακλάται ιδιαίτερα στο Ευρωκοινοβούλιο.

Χαρακτηριστικά, οι αλλαγές στις Συνθήκες με επίκεντρο την κατάργηση του βέτο, διαμορφώθηκαν από πέντε εισηγητές-Ευρωβουλευτές (τέσσερις Γερμανούς και ένα Βέλγο) και τέθηκαν στο Ευρωκοινοβούλιο για ψήφιση. Κάθε Ευρωβουλευτής έπρεπε να τοποθετηθεί με την ψήφο του ως προς τις αλλαγές στο κείμενο των Συνθηκών και ως προς την Έκθεση με τις θέσεις του Ευρωκοινοβουλίου. Φυσικά, συμπεριλήφθηκαν και κάποιες αλλαγές, τις οποίες αξιολόγησα θετικά και υπερψήφισα. Ωστόσο, τέτοιες επιμέρους αλλαγές δεν μπορεί να αντισταθμίσουν την κατάργηση του βέτο που ήταν το επίκεντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος και το οποίο εφόσον υπερψηφίστηκε, τέθηκε ενώπιον μας στο τελικό κείμενο. Γι’ αυτό, ψήφισα εναντίον της κατάργησης της ομοφωνίας που θα επέφερε την κατάργηση του βέτο και από την στιγμή που υπερψηφίστηκε και συμπεριλήφθηκε στο τελικό κείμενο, αναπόφευκτα ψήφισα εναντίον και στην τελική ψηφοφορία. Πρόκειται για περίπτωση που κάθε ψήφος Ευρωβουλευτή μετρά αφού η πρόταση των «πέντε» υπερψηφίστηκε μεν αλλά με μικρή διαφορά.

Remaining Time-0:00

Fullscreen

Mute

Ως Κύπρος είμαστε ενάντια στην κατάργηση του βέτο, γιατί αυτό θα λειτουργήσει εις βάρος των μικρών κρατών-μελών. Βεβαίως, είμαστε υπέρ της αναθεώρησης των Συνθηκών με τρόπο που να προστατεύονται και τα μικρά κράτη-μέλη και με αύξηση των εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η Κύπρος, ένα μικρό κράτος-μέλος υπό παράνομη κατοχή, δεν μπορεί να εκχωρήσει το βέτο χωρίς να εκπληρωθούν πρώτα συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Άλλωστε, αν υπάρχει πολιτική βούληση στην ΕΕ, πολλά μπορεί να υλοποιηθούν (π.χ. Κοινή Άμυνα και Ασφάλεια) με αξιοποίηση των υφιστάμενων Συνθηκών, χωρίς απαραίτητα αλλαγές!

Μπορεί η αλλαγή των Συνθηκών να είναι μια μακρά διαδικασία που θα καταλήξει στο Συμβούλιο, αλλά η απόφαση σήμερα είναι πολιτική και αποκαλυπτική αφού ως Ευρωβουλευτές λογοδοτούμε στους Ευρωπαίους πολίτες, ιδιαίτερα της Κύπρου και όχι στην Επιτροπή ή στα μεγάλα κράτη-μέλη.

Κώστας Μαυρίδης, Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D), Πρόεδρος Πολιτικής Επιτροπής για την Μεσόγειο