Ανακοίνωση ποινικών δεδομένων σε ηλεκτρονική ιστοσελίδα (ΑΠ 604/2023 Ποιν.)

    6

    Το άρθρο 38 του ν.4624/2019 δεν απαιτεί την ταύτιση του προσώπου που επεμβαίνει παράνομα σε αρχείο με το πρόσωπο που χρησιμοποιεί το προϊόν της επέμβασης

    Απόσπασμα απόφασης:

    Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α’ του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς το σκοπό επανορθώσεως τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 507, δηλαδή μέσα σε [30] ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο από το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης [στοιχ. Ε’] (Ολ ΑΠ 2/2017, ΑΠ 175/2022, ΑΠ 202/2020, ΑΠ 1003/2020).

    Εν προκειμένω ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε κατά της με αριθμό 954/22.2.2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Β. Π. της πράξεως της παραβίασης του νόμου περί προστασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του εγκαλούντος Ε. Μ., την από 21-3-2023 αίτηση αναιρέσεως με τους σ’ αυτήν διαλαμβανόμενους λόγους. Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

    […]

    Από τη συγκριτική επισκόπηση των διατάξεων του άρθρου 22 του ν. 2472/1997 προς εκείνες του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 σαφώς συνάγεται ότι με την εφαρμογή του νέου νόμου (ο οποίος είναι μεν ευμενέστερος ως προς την απειλούμενη ποινή και κατά τούτο εφαρμοστέος), δεν έχει αλλάξει η νομοτυπική μορφή του αδικήματος και δεν αφίσταται εκείνης του προϊσχύοντος νόμου.

    Και τούτο διότι υπό αμφότερες τις ως άνω διατάξεις για την αντικειμενική θεμελίωση του αδικήματος απαιτείται κατά πρώτον

    α) η ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε “αρχείο”, υπό την έννοια του προμνημονευθέντος άρθρου 2 περ. ε’ του ν. 2472/1997, ήτοι συνόλου δεδομένων (πληροφοριών) προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο “επεξεργασίας” και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, (και σε “σύστημα αρχειοθέτησης” υπό την έννοια του άρθρου 44 του ν. 4624/2019),

    β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί,

    γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω αναφερθείσες διατάξεις,

    δ) η επέμβαση τρίτου χωρίς δικαίωμα στο συγκεκριμένο αρχείο με οποιονδήποτε τρόπο και η περιέλευση σε γνώση του (ως αυτόθροη συνέπεια της παράνομης επέμβασης κατά το νέο νόμο) των δεδομένων του αρχείου.

    Η ειδοποιός διαφορά στη νέα διάταξη, που δεν μεταβάλλει όμως τη βασική νομοτυπική μορφή του αδικήματος, είναι η λεπτομερέστερη περιγραφή των επί μέρους μορφών, υπό τις οποίες εκδηλώνεται η τέλεση της συγκεκριμένης πράξης, αφού πρόκειται για υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, δηλαδή για έγκλημα, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση μπορεί να πραγματωθεί με περισσότερους εναλλακτικούς τρόπους συμπεριφοράς.

    Ειδικότερα, ενώ στην προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997 παρατίθενται διαζευκτικά, πλην της βασικής μορφής της επέμβασης τρίτου χωρίς δικαίωμα σε αρχείο, η γνώση, η αφαίρεση, η αλλοίωση, η βλάβη, η καταστροφή, η επεξεργασία (χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό), η μετάδοση, η ανακοίνωση των προσωπικών δεδομένων, η πράξη του να τα καθιστά ο δράστης προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή του να επιτρέπει σ’ αυτά να λάβουν γνώση των δεδομένων, με τη νέα διάταξη του άρθρου 38 του ν. 4624/2019, πλην της βασικής μορφής της επέμβασης στο σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που διαλαμβάνεται στην παρ. 1α’, (και της αυτονόητης εξ αυτής γνώσης που πανηγυρικά διατυπώνεται ως συνέπεια), στην παρ. 1β’ παρατίθενται λεπτομερώς όλες οι δυνατές μορφές που μπορούν να λάβουν χώρα στο πλαίσιο της παράνομης επεξεργασίας των αρχείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με την προσθήκη όλων των δυνατών τρόπων τέλεσής της.

    Έτσι, η διάταξη αυτή του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 συμπεριέλαβε και την αντιγραφή, συλλογή, καταχώρηση, οργάνωση, διάρθρωση, αποθήκευση, προσαρμογή, μεταβολή, ανάκτηση πληροφοριών, συσχέτιση, συνδυασμό, περιορισμό, διαγραφή των αρχείων προσωπικών δεδομένων, αποβλέποντας στην κατά το δυνατόν ευρύτερη προστασία του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και σφαίρα.

    Τέλος, με την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου θεσπίζεται ως αυτοτελές αδίκημα η χρησιμοποίηση από τρίτον αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με την προσθήκη και άλλων μορφών χρήσης, ήτοι της διάδοσης, κοινολόγησης με διαβίβαση, διάθεσης, (πλην εκείνων του παλαιού άρθρου 22, της μετάδοσης, ανακοίνωσης κλπ σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν κατά την ως άνω παράθεσή του), τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α’ της παρ. 1.

    Με τα δεδομένα αυτά, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, συνάγεται ότι η ύπαρξη του “αρχείου” συνιστά τον αναγκαίο όρο για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος, των δεδομένων του οποίου κάνει κάποιος χρήση χωρίς δικαίωμα, αφού προηγουμένως απέκτησε πρόσβαση με παρέμβαση σε αυτό του ίδιου ή κατόπιν παρεμβάσεως τρίτου σε αυτό και μετάδοσής του στον χρήστη. Για δε τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της παραβίασης προσωπικών δεδομένων των εδαφίων α’ και β’ της παρ. 1 του άρθρου 38 του ως άνω νόμου απαιτείται δόλος, αρκούντος και του ενδεχόμενου.

    Η κτήση των προσωπικών δεδομένων με επέμβαση χωρίς δικαίωμα σε αρχείο, ως στοιχείο για τη θεμελίωση της πράξεως της παρ. 2 του άρθρου 38, δεν προϋποθέτει απαραιτήτως και αποκλειστικά παράνομη επέμβαση από τον ίδιο τον χρήστη στο αρχείο, αφού ερμηνεία της νέας διάταξης υπό την εκδοχή της ταύτισης στο ίδιο πρόσωπο αυτού που επενέβη παράνομα στο αρχείο με αυτόν που προέβη στην αυθαίρετη χρησιμοποίηση του προϊόντος τέτοιας επέμβασης ουδόλως συνάγεται ευθέως από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης, αφού ο νομοθέτης, εάν επέλεγε τη στενότερη αυτή έννοια που συνεπάγεται και μειωμένη προστασία του προστατευτέου εννόμου αγαθού, θα είχε εκφρασθεί ρητώς.

    Εξάλλου, η ως άνω άποψη περί αναγκαιότητας ταύτισης στο ίδιο πρόσωπο των πιο πάνω ιδιοτήτων σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης δεν συνάγεται ούτε και με τελολογική ερμηνεία αυτής. Τούτο δε διότι τυχόν παραδοχή της άποψης αυτής θα οδηγούσε προδήλως σε καταστρατήγηση του σκοπού του νόμου και στο απευκταίο αποτέλεσμα της νομιμοποίησης της ανεξέλεγκτης χρήσης των αρχείων προσωπικών δεδομένων, καθόσον, αυτός μεν που επενέβη παρανόμως σε αρχείο και στη συνέχεια το παρέδωσε σε τρίτο, θα παρέμενε άγνωστος, ο δε χρήστης των παρανόμως κτηθέντων δεδομένων, λόγω του ότι δεν επενέβη ο ίδιος στο αρχείο, αλλά τρίτος (τον οποίον δεν αποκαλύπτει) του τα διέθεσε, (θα παρέμενε) ατιμώρητος.

    Η ρητή μνεία της απόκτησης από τον χρήστη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό τους όρους της παρ. 1 του άνω άρθρου, δηλαδή μετά από παράνομη επέμβαση σε αρχείο, εκφράζει τη βούληση του νομοθέτη να θέσει τις δύο αυτές προϋποθέσεις ως στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της αυθαίρετης χρησιμοποίησης των προσωπικών δεδομένων ως προϊόντων τέτοιας επέμβασης, χωρίς να ενδιαφέρει ποιος επενέβη στο αρχείο, δηλαδή ο ίδιος ή τρίτος, κατ’ αντιδιαστολή με την περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδομένα από μόνος του, οπότε δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα.

    Επισημαίνεται ότι και υπό την ισχύ του άρθρου 22 του ν. 2472/1997, ελλείψει της ρητής ως άνω προϋπόθεσης που τέθηκε στη νέα διάταξη, η νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου ακολουθούσε, κατά την κρατούσα και ορθότερη άποψη, ερμηνευτικά την ίδια προσέγγιση επί του ζητήματος. Έτσι, γινόταν δεκτό ότι δεν στοιχειοθετείται κατ’ αντικείμενο το προβλεπόμενο στο ως άνω άρθρο αδίκημα, όταν ο φερόμενος ως δράστης δεν ερεύνησε ο ίδιος κάποιο αρχείο ή δεν του μετέδωσε τις αποτελούσες προσωπικό δεδομένο πληροφορίες τρίτος που επενέβη σε αρχείο, αλλά τις γνώριζε από μόνος του, αφού δεν θεωρούνταν δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων έκανε κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ανοίξει ή να ερευνήσει ο ίδιος κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εξέλιπε η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως. (ΑΠ 614/2020, ΑΠ 2000/2019, ΑΠ 1520/2017, ΑΠ 474/2016, ΑΠ 1372/2015 ΑΠ1564/2010, ΑΠ 1381/2009).

    Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. (Ολ ΑΠ1/2020, Ολ ΑΠ3/2008, ΑΠ 904/2022, ΑΠ587/2020, ΑΠ 20/2019).

    Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι σύμφωνα με το σκεπτικό της προσβαλλομένης 954/22-2-2023 αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι:

    “… στον κατηγορούμενο αποδίδεται η παραβίαση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων κατ’ εξακολούθηση με μετάδοση και ανακοίνωσή τους σε μη δικαιούμενα πρόσωπα και ειδικότερα ότι ως διευθυντής σύνταξης της διαδικτυακής ιστοσελίδας με την επωνυμία “…” η οποία ανήκει στην Κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία “…”, προέβη στην σύνταξη και ανάρτηση δημοσιευμάτων, χωρίς την αναγραφή του ονόματος του συντάκτη, με τα οποία ανακοίνωνε χωρίς δικαίωμα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, έγγραφα και στοιχεία που προέρχονταν από τη με αριθμό ΑΒΜ… δικογραφία της εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, που εκκρεμούσε στο στάδιο της κύριας ανάκρισης, καθιστώντας τα με τους πιο πάνω τρόπους προσιτά στους αναγνώστες της ιστοσελίδας, όπως ειδικότερα εκτίθεται… Κατά το κατηγορητήριο δεν αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι απέκτησε τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα (έγγραφα και στοιχεία που προέρχονταν από ανακριτική δικογραφία), τα οποία μετέδωσε και ανακοίνωσε στους ειδικότερα αναφερόμενους χρόνους, σε μη δικαιούμενα πρόσωπα και συγκεκριμένα στους αναγνώστες της ιστοσελίδας της οποίας ήταν διευθυντής σύνταξης με επέμβαση του ίδιου στο σύστημα αρχειοθέτησης που τηρείται από την αρμόδια δικαστική υπηρεσία.

    Από τα πιο πάνω (αναφέρεται στην οικεία εκτενή μείζονα σκέψη), προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 2 του ν.4624/2019, αποτελεί ευμενέστερη διάταξη αυτής του άρθρου 22 παρ. 4 β’ του ν. 2472/1997, καθόσον απαιτεί το επιπλέον στοιχείο της απόκτησης των προσωπικών δεδομένων που ο κατηγορούμενος διέδωσε, ανακοίνωσε κλπ με επέμβαση του ίδιου του κατηγορούμενου στο σύστημα αρχειοθέτησης. Το στοιχείο όμως δεν αποτελεί περιεχόμενο της ένδικης κατηγορίας.

    Επομένως, μετά την αποδοχή του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορούμενου, κατ’ εφαρμογή της πιο πάνω ευμενέστερης διάταξης του άρθρου 38 παρ. 2 του ν.4624/2019, κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο έχει καταστεί ανέγκλητη και συνεπώς αυτός πρέπει να κηρυχθεί αθώος“.

    Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη υπ’ αριθ. 954/22-2-2023 απόφασή του κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο Β. Π. του ότι:

    “Στην … στις 4-5-2015, 12-5-2015 και 13-5-2015 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, χωρίς δικαίωμα μετέδωσε και ανακοίνωσε σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του εγκαλούντος Ε. Μ. του Μ., που τηρούνται σε Αρχείο και δη δεδομένα σχετικά με ποινικές διώξεις εις βάρος του. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο: ο κατηγορούμενος Β. Π. του Ι., όντας διευθυντής σύνταξης της ιστοσελίδας “…” προέβη στη σύνταξη και ανάρτηση δημοσιευμάτων, χωρίς την αναγραφή του ονόματος συντάκτη, με τα οποία ανακοίνωσε χωρίς δικαίωμα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα έγγραφα και στοιχεία προερχόμενα από την με αριθμό ΑΒΜ … δικογραφία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, που εκκρεμούσε στο στάδιο της κύριας Ανάκρισης, καθιστώντας…με τους ανωτέρω τρόπους τα έγγραφα αυτά προσιτά στους αναγνώστες της ιστοσελίδας. Συγκεκριμένα: 1) Την 4.5.2015 και περί ώρα 16.52′ στην ως άνω ιστοσελίδα δημοσιεύθηκε το εξής κείμενο υπό τον τίτλο “Όλη η κατάθεση Κ. για Μ.”, στο οποίο περιλαμβάνονται εκτενή αποσπάσματα ένορκης κατάθεσης (του) μάρτυρα Α. Κ. που βρίσκεται εντός της προαναφερθείσας δικογραφίας: (παρατίθεται σε φωτοτυπική απεικόνιση το πεδίο της αντίστοιχης ιστοσελίδας με συναφή σχόλια και το φερόμενο ως περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης). 2) Την 12.5.2015 περί 00.43′ στην ως άνω ιστοσελίδα δημοσιεύθηκε το εξής κείμενο υπό τον τίτλο “κατηγορούμενος για δωροδοκία ο Μ.”, στο οποίο περιλαμβάνονται αποσπάσματα του κατηγορητηρίου που απέδωσε ο Ανακριτής στον εγκαλούντα και ένορκης κατάθεσης μάρτυρα Ν. Γ. που βρίσκεται εντός της προαναφερθείσας δικογραφίας και παρατίθεται σε φωτοτυπική απεικόνιση το πεδίο της αντίστοιχης ιστοσελίδας με σχόλια κάτωθεν της φωτογραφίας του εγκαλούντος, περικοπή που φέρεται ότι ανήκει στο αποδοθέν σ’ αυτόν κατηγορητήριο, στη διατύπωση άποψης του ανακριτή και στην κατάθεση του Ν. Γ.. 3) Την 13-5-2015 περί ώρα 2.33′ στην ως άνω ιστοσελίδα δημοσιεύθηκε το εξής κείμενο υπό τον τίτλο: “η κατάθεση Μ.” στο οποίο περιλαμβάνονται εκτενή αποσπάσματα ένορκης κατάθεσης μάρτυρα Δ. Μ. που βρίσκεται εντός της προαναφερθείσας δικογραφίας (παρατίθεται ομοίως σε φωτοτυπική απεικόνιση το πεδίο της ιστοσελίδας , λεζάντα με τη φωτογραφία του μάρτυρα και το περιεχόμενο της κατάθεσής του στον Ανακριτή). ..

    Έτσι που έκρινε όμως το Δικαστήριο της ουσίας, προεχόντως εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 38 του ν. 4624/2019, αφού με το να δεχθεί ότι από το συνδυασμό των παρ. 2 και 3 με εκείνη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, η απόκτηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με επέμβαση του ίδιου του κατηγορουμένου στο σύστημα αρχειοθέτησης, έθεσε, τη συγκεκριμένη προϋπόθεση ως όρο για το αξιόποινο της πράξης, χωρίς πράγματι να υφίσταται το εν λόγω στοιχείο ως αναγκαίος όρος.

    Τούτο δε καθόσον, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη, για τη θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος αρκεί ότι τα συγκεκριμένα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα περιήλθαν στον δράστη από τρίτον, ο οποίος επενέβη χωρίς δικαίωμα στο αρχείο και τα απέκτησε κατά παράβαση της παρ. 1 του άνω άρθρου και δεν απαιτείται, όπως εσφαλμένα υπέλαβε το δικαστήριο, ταύτιση του προσώπου που επενέβη στο αρχείο με τον κατηγορούμενο που μετέδωσε, ανακοίνωσε τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντος σε μη δικαιούμενα πρόσωπα (το κοινό που έχει πρόσβαση και παρακολουθεί την επίμαχη ιστοσελίδα).

    Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην εκ του άρθρου 510 παρ.1 Ε’ ΚΠΔ πλημμέλεια. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε ο Εισαγγελέας, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

    Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο του Αρείου Πάγου.