ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 76 / 2023 (ΠΟΙΝ) Χορήγηση και χρήση ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης .

105

76 / 2023    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 76/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα, Ελένη Μπερτσιά – Εισηγήτρια και Διονύσιο Παλλαδινό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Καρκαμπούνα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης Ε. Κ. του Δ., κατοίκου … που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ρεκκέ, για αναίρεση της υπ’αριθ. 1724/2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 15-4-2022 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 422/2022.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από15-4-2022, αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας Ε. Κ. του Δ. κατοίκου … (οδός … κατά της απόφασης ΖΤ 1724/2021 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών και χρηματική ποινή τριακοσίων(300) ευρώ, ανασταλείσα η ποινή φυλάκισης επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας,) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 221 παρ. 1 εδ. α` του ΠΚ, “γιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, φαρμακοποιοί, χημικοί και μαίες, που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε μία ασφαλιστική επιχείρηση ή που μπορούν να ζημιώσουν άμεσα οικονομικά άλλον τιμωρούνται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή”. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, που αποτελεί είδος διανοητικής πλαστογραφίας και ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, υπό την επαγγελματική τους ιδιότητα μέσα στον κύκλο του σχετικού έργου τους, έγγραφης πιστοποίησης και παράδοση αυτής σε τρίτον, η οποία είναι ψευδής κατά το περιεχόμενό της σε οποιοδήποτε σημείο αυτής, καθώς και όταν πιστοποιείται ότι εξέτασαν τον ασθενή, ενώ δεν τον έχουν εξετάσει, δηλαδή όχι μόνο κατά το μέρος που αφορά την υγεία του τρίτου ή την υγιεινή του κατάσταση, προορίζεται δε να παράσχει πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή κλπ., υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης-επίγνωσης), σχετικώς με την αναλήθεια του περιεχόμενου της πιστοποίησης, αφετέρου δε τη θέληση έκδοσης και παράδοσης στον τρίτο της ψευδούς αυτής πιστοποίησης, αρκούντος του ενδεχόμενου δόλου, μόνο σε ό,τι αφορά τον προορισμό της έγγραφης πιστοποίησης να παράσχει πίστη στις αρχές κλπ. (ΑΠ 103/2020, ΑΠ 141/2011). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ` αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Αυτό συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση ότι τα πιστοποιούμενα είναι ψευδή. Στην καταδικαστική απόφαση, η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να έχει ιδιαίτερη αιτιολογία με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, το ψευδές της πιστοποίησης θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 103/2020, ΑΠ 1000/2016). Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασής του, με αριθμό ΖΤ 1724/2021, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: “Κατά τις βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιανουάριου του έτους 2015 η κατηγορούμενη, Ε.-Χ. Φ., είχε κληρωθεί ως αναπληρωματικό μέλος της εφορευτικής επιτροπής του με αριθμό … εκλογικού τμήματος του δήμου Ωρωπού Αττικής. Κατά την έναρξη της ψηφοφορίας επισκέφθηκε το ανωτέρω εκλογικό τμήμα η μητέρα της ως άνω κατηγορουμένης, η οποία ενεργώντας για λογαριασμό της γνωστοποίησε στη δικαστική αντιπρόσωπο, Μ. Τ., κώλυμα της θυγατρός της να ασκήσει τα καθήκοντά της, επικαλούμενη λόγο ασθένειας, και προσκομίζοντας προς τούτο την με ημερομηνία 23-1-2015 ιατρική βεβαίωση της κατηγορουμένης-Ε. Κ., με το ακόλουθο περιεχόμενο “Άγιοι Απόστολοι 23.01.2015 ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ. Η κάτωθι υπογεγραμμένη ιατρός βεβαιώ ότι επεσκέφθη οίκοι την ασθενή Ε. – Χ. Φ. και από τη εξέταση διαπίστωσα ότι πάσχει από πνευμονική λοίμωξη. Εχορηγήθη θεραπευτική αγωγή και συνεστήθη όπως παραμείνη κλινήρης επί 2ήμερον 24.01.2015 και 25.01.2015 και να γίνει μετά επανεξέταση. Η παρούσα χορηγείται για κάθε νόμιμη χρήση. Η ιατρός”. Ακολούθως, τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας, η κατηγορουμένη, Ε.-Χ. Φ., επισκέφθηκε το ανωτέρω εκλογικό τμήμα προκειμένου να ασκήσει το εκλογικό της δικαίωμα, χωρίς να παρουσιάζει κανένα σύμπτωμα πνευμονικής λοίμωξης, αντιθέτως σύμφωνα με τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας αυτή παρουσίαζε άψογη εικόνα που δεν προσήκε σε ασθενή, και περαιτέρω δεν εμφάνιζε καμία ένδειξη σωματικής καταβολής και κατάπτωσης, αλλά ούτε και τα συνηθισμένα συμπτώματα πνευμονικής λοίμωξης (συνάχι, βήχα, καταρροή, βράχνιασμα φωνής). Μάλιστα, στη σχετική παρατήρηση της δικαστικής αντιπροσώπου ότι παρά το γεγονός ότι γνωστοποιήθηκε πρόβλημα υγείας για την αποφυγή των καθηκόντων της, αυτή προσήλθε για την άσκηση του εκλογικού της δικαιώματος, χωρίς εμφανή συμπτώματα της γνωστοποιηθείσας νόσου, αυτή απάντησε με στεντόρεια φωνή, δημιουργώντας έντονο φραστικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας, εμμένοντας στον ισχυρισμό της ότι ήταν ασθενής και αφού άσκησε το εκλογικό της δικαίωμα αναχώρησε από το ανωτέρω εκλογικό τμήμα. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, αλλά και του ότι η προσκομισθείσα με ημερομηνία 23-1-2015 ιατρική βεβαίωση ήταν χειρόγραφη και γραμμένη στην καθαρεύουσα με χρήση πολυτονικού συστήματος γραφής, ενώ η ιατρός Ε. Κ. ήταν μέσης ηλικίας, γεννήθηκαν στη δικαστική αντιπρόσωπο υπόνοιες πλαστογραφίας του ανωτέρω εγγράφου, προς διακρίβωση των οποίων την επόμενη ημέρα των εκλογών, η τελευταία επικοινώνησε τηλεφωνικά με την χορηγήσασα τη βεβαίωση ιατρό (κατηγορουμένη), η οποία σε σχετικές ερωτήσεις της δικαστικής αντιπροσώπου ανέφερε ότι δε θυμόταν το όνομα της εν λόγω ασθενούς, ούτε επίσης και ότι είχε επισκεφθεί αυτήν στην κατοικία της, επιφυλάχθηκε δε να συμβουλευτεί το βιβλίο των ασθενών της. Πλην όμως, η τελευταία τόσο κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διαδικασία, όσο και κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, δεν προσκόμισε αντίγραφο εκ του τηρουμένου (κατά τους ισχυρισμούς της) βιβλίου ασθενών, ούτε απόδειξη παροχής υπηρεσιών ή έστω αντίγραφο της ιατρική συνταγής με τα φάρμακα που συνέστησε (η οποία με το ν. 3892/2010 καταχωρείται με ηλεκτρονικά μέσα), εκ των οποίων να προκύπτει ότι την 23η-1-2015 πράγματι εξέτασε την Ε.-Χ. Φ.. Από την εκτίμηση του συνόλου των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, προκύπτει ότι η χορηγηθείσα από την κατηγορουμένη ιατρό-ειδική παθολόγο, Ε. Κ., με ημερομηνία 23-1-2015 ιατρική πιστοποίηση είναι ψευδής και εκδόθηκε από την τελευταία, κατόπιν σχετικής προτροπής της έτερης κατηγορουμένης, Ε. – Χ. Φ., προκειμένου να βεβαιωθεί αναληθώς ότι η τελευταία έπασχε από πνευμονική λοίμωξη που θα διαρκούσε τουλάχιστον έως την 25η-1-2015 (ημερομηνία των εκλογών), και περαιτέρω προκειμένου να γίνει χρήση του ως άνω ψευδούς ιατρικού πιστοποιητικού κατά τη διεξαγωγή των εκλογών της 25ης-1-2015 ενώπιον της εφορευτικής επιτροπής του ως άνω εκλογικού τμήματος, ώστε να παραπλανηθούν τα μέλη της περί της κατάστασης της υγείας της Ε.-Χ. Φ. και του δικαιολογημένου της απουσίας της, με τελικό σκοπό να μην κληθεί αυτή να αντικαταστήσει μέλος της ως άνω εφορευτικής επιτροπής σε περίπτωση που παρίστατο ανάγκη. Ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός των κατηγορουμένων κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφενός διότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, από κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατηγορουμένη-Ε. Κ. είχε εξετάσει την έτερη κατηγορουμένη, Ε.-Χ. Φ., στις 23-1-2015 είτε στην ευρισκόμενη στην πλατεία … οικία της τελευταίας, είτε στο ευρισκόμενο επί της … ιατρείο της πρώτης, ούτε είχε διαπιστώσει ότι η τελευταία πάσχει από πνευμονική λοίμωξη και ότι απαιτείτο να παραμείνει κλινήρης επί διήμερο. Ενώ επίσης από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ως άνω κατηγορουμένη έπασχε από πνευμονική λοίμωξη, ότι της χορηγήθηκε θεραπευτική αγωγή και ότι απαιτείτο να παραμείνει κλινήρης επί διήμερο, καθόσον δεν προσκομίσθηκε ιατρική συνταγή για χορήγηση συγκεκριμένης φαρμακευτικής αγωγής. Εξάλλου, από τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι στην περίπτωση που για την αντιμετώπιση μια πνευμονικής λοίμωξης συστήνεται η λήψη φαρμακευτικής αγωγής, η ανάρρωση έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τριών ημερών και ο ασθενής εμφανίζει συμπτώματα άμεσα αντιληπτά, για τα οποία δεν απαιτείται η διενέργεια εργαστηριακών ή άλλων εξετάσεων, τα οποία δεν θεραπεύονται άμεσα, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο και η ανωτέρω εκκαλούσα-κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης” Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, την κήρυξε ένοχη, για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης και της επέβαλε ποινή φυλάκισης εννέα (9) )μηνών και χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ ανασταλείσα η ποινή φυλάκισης για μία τριετία με το ακόλουθο διατακτικό: “στον … στις 23-01-2015 ως ιατρός εξέδωσε εν γνώσει της ψευδή ιατρική πιστοποίηση που προοριζόταν να παρέχει πίστη σε δημόσια αρχή. Συγκεκριμένα, η πρώτη κατηγορουμένη στον … στις 23-01-2015, ούσα ιατρός με την ειδικότητα της ειδικής παθολόγου, εξέδωσε εν γνώσει της την από 23-01-2015 ψευδή ιατρική πιστοποίηση σχετικά με την κατάσταση της υγείας της κατηγορουμένης, Ε.-Χ. Φ., η οποία είχε διορισθεί αναπληρωματικό μέλος της εφορευτικής επιτροπής του … Εκλογικού Τμήματος του Δήμου Ωρωπού Αττικής για τις βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιανουάριου του έτους 2015, με το ακόλουθο περιεχόμενο “Άγιοι Απόστολοι 23.01.2015. ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ. Η κάτωθι υπογεγραμμένη ιατρός βεβαιώ ότι επεσκέφθη οίκοι τη ασθενή Ε. – Χ. Φ. και από τη εξέταση διαπίστωσα ότι πάσχει από πνευμονική λοίμωξη. Εχορηγήθη θεραπευτική αγωγή και συνεστήθη όπως παραμείνη κλινήρης επί 2ήμερον 24.01.2015 και 25.01.2015 και να γίνει μετά επανεξέταση. Η παρούσα χορηγείται για κάθε νόμιμη χρήση. Η ιατρός” και κάτωθεν του ως άνω κειμένου έθεσε την ιατρική της σφραγίδα και την υπογραφή της και στη συνέχεια την παρέδωσε στην Ε. – Χ. Φ. και στους γονείς της τελευταίας, προκειμένου να την προσκομίσουν ενώπιον της Εφορευτικής Επιτροπής του υπ’ αριθμ. … Εκλογικού Τμήματος του Δήμου Ωρωπού Αττικής και ενώπιον της Προέδρου αυτής και Δικαστικής Αντιπροσώπου, Μ. Τ. του Ο., δικηγόρου Αθηνών, κατά τη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών της 25ης Ιανουάριου του έτους 2015. Η ως άνω χειρόγραφη ιατρική βεβαίωση, ωστόσο, που συνετάγη στους Αγίους Αποστόλους Αττικής, ήταν ψευδής, καθόσον η πρώτη κατηγορουμένη (Ε. Κ.) δεν είχε εξετάσει την έτερη κατηγορουμένη. (Ε. – Χ. Φ.) στις 23.01.2015 ούτε στην ευρισκόμενη στην πλατεία … οικία της τελευταίας ούτε στο ευρισκόμενο επί της … ιατρείο της πρώτης, ούτε αλλού, ούτε είχε διαπιστώσει ότι η τελευταία πάσχει από πνευμονική λοίμωξη και ότι απαιτείτο να παραμείνει κλινήρης επί διήμερο, καθόσον η ως άνω κατηγορουμένη δεν έπασχε από πνευμονική λοίμωξη, ούτε της χορηγήθηκε θεραπευτική αγωγή, ούτε απαιτείτο να παραμείνει κλινήρης επί διήμερο, ενώ το απόγευμα της 25ης Ιανουάριου του έτους 2015 προσήλθε στο υπ’ αριθμ. …ο Εκλογικό Τμήμα του Δήμου Ωρωπού, προκειμένου να ασκήσει το εκλογικό της δικαίωμα, χωρίς να παρουσιάζει συμπτώματα πνευμονικής λοίμωξης. Η ανωτέρω δε ψευδής ιατρική πιστοποίηση προοριζόταν να παράσχει πίστη σε δημόσια αρχή, αφού προσκομίστηκε το πρωί της 25ης Ιανουάριου του έτους 2015 από τη μητέρα της κατηγορουμένης, Ε. Ρ. του Ξ., ενώπιον της Εφορευτικής Επιτροπής του ως άνω Εκλογικού Τμήματος και ενώπιον της Προέδρου αυτής και Δικαστικής Αντιπροσώπου, Μ. Τ. του Ο., δικηγόρου Αθηνών, προκειμένου να τους παραπλανήσει περί της κατάστασης της υγείας της, περί του δικαιολογημένου της απουσίας της και περί της αδυναμίας της να ασκήσει τα καθήκοντα του μέλους της Εφορευτικής Επιτροπής, προκειμένου να μην κληθεί να αντικαταστήσει μέλος της Εφορευτικής Επιτροπής σε περίπτωση που παρίστατο ανάγκη”.
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφαση του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ’ αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία. εξειδικεύει, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η ήδη αναιρεσείουσα, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 221 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, παρατίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση και περιγράφεται λεπτομερώς η έκδοση από την αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη η οποία ενεργούσε υπό την ιατρική της ιδιότητα εντός του κύκλου της εργασίας της ως ιατρού, της προαναφερόμενης πιστοποίησης, που προοριζόταν να παράσχει πίστη σε δημόσια αρχή και συγκεκριμένα στην Εφορευτική Επιτροπή του … Εκλογικού τμήματος του Δήμου Ωρωπού, η οποία πράγματι προσκομίστηκε ενώπιον της ως άνω Επιτροπής και της Προέδρου αυτής Δικαστικής Αντιπροσώπου προκειμένου να τους παραπλανήσει για την κατάσταση της υγείας της Ε.-Χ. Φ. και κατά συνέπεια του δικαιολογημένου της απουσίας της και της αδυναμίας της να ασκήσει τα καθηκοντά της ως μέλους της Εφορευτικής Επιτροπής, εάν ήθελε να κληθεί προς τούτο ,η οποία ήταν ψευδής κατά περιεχόμενο, περιγράφει σαφώς το ψεύδος αυτής και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγεται το ψεύδος και παραθέτει ταυτόχρονα τα αληθή πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων αυτά συνάγονται.. Εξ άλλου, επαρκώς αιτιολογείται ο άμεσος δόλος της ήδη αναιρεσείουσας, αφού οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνδέουν άμεσα αυτόν με τα γεγονότα, τα οποία υπέπεσαν στην άμεση αντίληψή της, το ότι δηλαδή τα βεβαιούμενο ψευδές γεγονός ότι προέβη στην κλινική εξέταση της Ε.-Χ. Φ. στην οικία της στηρίζεται στην άμεση προσωπική αντίληψή της και έτσι δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων γεγονότων σχετικά με την γνώση αυτής. Περαιτέρω και αναφορικά με τον προορισμό της ιατρικής αυτής πιστοποιήσεως να παράσχει πίστη στις αρχές, δεν ήταν απαραίτητο να αιτιολογηθεί ειδικώς ο δόλος της αναιρεσείουσας, διότι, ως προς το στοιχείο αυτό αρκούσε και ο ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος ενυπάρχει, αφού κατά τις παραδοχές τέλεσε την ανωτέρω πράξη. (ΑΠ 141/2011, 1303/2009). Οι λοιπές εμπεριεχόμενες στους ίδιους λόγους σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, συνιστούν επιχειρήματα που στηρίζουν την υπερασπιστική εκδοχή που προέβαλε η ίδια για την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που όμως οδηγούν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες, καθώς υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς ο κατά το άρθρο 510παρ1 στοιχ Δ., ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 511 ΚΠΔ αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν όλους τους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ1 του άρθρου 510 εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ Β μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (αρθ. 510 παρ1ε ΚΠΔ.)Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 221 παρ. 1 εδ. α` του ισχύοντος από την 1η.7.2019 νέου Ποινικού Κώδικα, “γιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, φαρμακοποιοί, χημικοί και μαίες, που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε μία ασφαλιστική επιχείρηση ή που μπορούν να ζημιώσουν άμεσα οικονομικά άλλον τιμωρούνται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή”, η οποία είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 221 παρ. 1 εδ. α` περ. α` του ισχύσαντος μέχρι την 30η.6.2019 Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία “γιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, φαρμακοποιοί, χημικοί και μαίες, που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή σε μία ασφαλιστική επιχείρηση ή που μπορούν να ζημιώσουν έννομα και ουσιώδη συμφέροντα άλλου προσώπου τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή”, διότι, ενώ οι απειλούμενες από αυτές, για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, ποινές φυλάκισης είναι ίσες, οι απειλούμενες από αυτές για την ίδια πράξη χρηματικές ποινές είναι στην μεν νέα διάταξη διαζευκτική, στη δε παλαιά συμπλεκτική. Στην προκειμένη περίπτωση για την ανωτέρω πράξη με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ ΖΤ 1724/2021 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε μετά την ισχύ του από την 1η.7.2019 νέου Ποινικού Κώδικα, επιβλήθηκε στην κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα φυλάκιση και χρηματική ποινή.
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και πρέπει: α) κατ` αυτεπάγγελτη εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ειδικότερα ως προς την περί ποινής διάταξή της, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την εν μέρει αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο, από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 522 του ισχύοντος Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και γ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η από 15-4-2022 αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την απόφαση ΖΤ 1724/2021 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς την περί ποινής διάταξή της.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά την από από15-4-2022, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 15/2022 αίτηση αναίρεσης της Ε. Κ. του Δ. κατοίκου … (οδός …) κατά της απόφασης ΖΤ 1724/2021 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ