Aποκάλυψη στον τύπο τηλεφωνικής συνομιλίας και αποθήκευση προσωπικών δεδομένων σε πλαίσιο ποινικής έρευνας χωρίς η προσφεύγουσα να είναι ύποπτη! Παραβίασης ιδιωτικής ζωής

    14

    ΑΠΟΦΑΣΗ

    Kaczmarek κατά Πολωνίας  της 22.02.2024 ( αριθ.προσφ. 16974/14)

    Βλ. εδώ

    ΠΕΡΙΛΗΨΗ

    Η προσφεύγουσα το επίμαχο χρονικό διάστημα ήταν σύζυγος υπουργού. Στο πλαίσιο ποινικής έρευνας για διαφθορά που αφορούσε τον σύζυγό της, δημοσιοποιήθηκαν στον τύπο τηλεφωνικές συνομιλίες  με τον σύζυγο και τον γιό της. Επίσης προσωπικά δεδομένα που περιείχαν αυτές οι συνομιλίες  αποθηκεύτηκαν και διατηρήθηκαν χωρίς την συγκατάθεση της. Άσκησε προσφυγή για παραβίαση της ιδιωτικής της ζωής.

    Το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια νομολογία του, σύμφωνα με την οποία οι τηλεφωνικές συνομιλίες, αν και δεν αναφέρονται ρητά στην παράγραφο 1 του άρθρου 8 της Σύμβασης, καλύπτονται από την ιδιωτική ζωή. Το ΕΔΔΑ θεώρησε  ότι η αποκάλυψη  της καταγεγραμμένης  τηλεφωνικής συνομιλίας προσώπου που δεν υποβλήθηκε στην έρευνα υπερέβη το πεδίο εφαρμογής που επέτρεπε ο νόμος και  κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή της προσφεύγουσας δεν ήταν «σύμφωνη με το νόμο» όπως απαιτείται από το άρθρο 8 § 2 της Σύμβασης και κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση αυτής της διάταξης.

    Όσον αφορά τις  απομαγνητοφωνήσεις άλλων τηλεφωνικών συνομιλιών που είχε με τον σύζυγό της και τον γιο της, το Δικαστήριο διαπίστωσε περαιτέρω ότι το υλικό δεν καταστράφηκε, αλλά αποθηκεύτηκε και συμπεριλήφθηκε στα αρχεία της έρευνας παρά την εναντίωση της προσφεύγουσας. Κατέληξε  ως εκ τούτου στο συμπέρασμα ότι η έλλειψη επαρκούς σαφήνειας στο νομικό πλαίσιο και η απουσία διαδικαστικών εγγυήσεων που σχετίζονται ειδικά με την καταστροφή των επικοινωνιών της προσφεύγουσας,  σήμαιναν παραβίαση του άρθρου 8§2 της σύμβασης.

    Το ΕΔΔΑ επιδίκασε 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη

     ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

    Άρθρο 8§1, 2,

    Άρθρο 13

    ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

    Η προσφεύγουσα είναι Πολωνή υπήκοος που γεννήθηκε το 1960 και ζει στην Gdynia (Πολωνία). Είναι σύζυγος του J. K., ο οποίος κατά τον χρόνο των επίμαχων πραγματικών περιστατικών ήταν Υπουργός Εσωτερικών της Πολωνίας.

    Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη από τους εισαγγελείς, σε συνέντευξη Τύπου, ιδιωτικών τηλεφωνικών κλήσεων της κ. Kaczmarek, οι οποίες είχαν καταγραφεί στο πλαίσιο έρευνας συνδεόμενης με την εικαζόμενη παρακώλυση έρευνας κατά της διαφθοράς. Αφορούσε επίσης τη διατήρηση στοιχείων σχετικών με την S. Kaczmarek τα οποία αποκτήθηκαν μέσω της μυστικής παρακολουθήσεως. Συγκεκριμένα, το 2007 το Κεντρικό Γραφείο Καταπολέμησης της Διαφθοράς (Centralne Biuro Antykorupcyjne – “το CAB”) και η Περιφερειακή Εισαγγελία της Βαρσοβίας διερευνούσαν καταγγελίες για εμπόριο επιρροής. Στο πλαίσιο αυτών των διαδικασιών, σχεδιάστηκε για τις 6 Ιουλίου 2007 επιχείρηση παγίδευσης με τη χρήση προβοκάτορα στο Υπουργείο Γεωργίας. Ωστόσο, οι πληροφορίες σχετικά με τη σχεδιαζόμενη επιχείρηση διέρρευσαν, η επιχείρηση απέτυχε και ξέσπασε το λεγόμενο “σκάνδαλο γης” (afera gruntowa). Αρκετοί ανώτεροι πολιτικοί, συμπεριλαμβανομένου του Υπουργού Γεωργίας και του Υπουργού Εσωτερικών, ήταν αναμεμειγμένοι. Ο σύζυγος της προσφεύγουσας φέρεται να ήταν υπεύθυνος για την προειδοποίηση του Υπουργού Γεωργίας σχετικά με τη σχεδιαζόμενη επιχείρηση. Κατά συνέπεια, απομακρύνθηκε από τη θέση του στις 8 Αυγούστου 2007.

    Στις 11 Ιουλίου 2007 η περιφερειακή εισαγγελία της Βαρσοβίας μαζί με την Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας (Agencja Bezpieczeństwa Wewnętrznego – “η ISA”) ξεκίνησαν προδικαστική έρευνα σχετικά με την υποτιθέμενη παρεμπόδιση της επιχείρησης παγίδευσης. Ο σύζυγος της προσφεύγουσας ήταν μάρτυρας στη διαδικασία αυτή (V Ds. 324/07). Στις 29 Αυγούστου 2007 το υλικό σχετικά με το φερόμενο αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης του συζύγου της προσφεύγουσας διαχωρίστηκε σε νέα υπόθεση (V Ds. 400/07). Ήταν ύποπτος στην εν λόγω διαδικασία.

    Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η ISA πραγματοποίησε μυστική παρακολούθηση του συζύγου της προσφεύγουσας (επιχείρηση GAMMA). Οι τηλεφωνικές κλήσεις της προσφεύγουσας παρακολουθούνταν από τη ΔΕΑ. Επιπλέον, η Περιφερειακή Εισαγγελία της Βαρσοβίας, στο πλαίσιο της επιχείρησης GWIAZDA 4, έλαβε ηχογραφήσεις και απομαγνητοφωνήσεις των τηλεφωνικών κλήσεων της προσφεύγουσας.

    Στις 28 Οκτωβρίου 2009 ο περιφερειακός εισαγγελέας της Βαρσοβίας διέκοψε την έρευνα (V Ds. 324/07) με την αιτιολογία ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι είχε διαπραχθεί ποινικό αδίκημα. Η διαδικασία κατά του συζύγου της προσφεύγουσας, σχετικά με την ψευδή κατάθεση, διακόπηκε στις 30 Νοεμβρίου 2009 (V Ds. 400/07).

    Εν τω μεταξύ, οι D.B. και J.E., αναπληρωτές γενικοί εισαγγελείς, μαζί με εισαγγελείς από την περιφερειακή εισαγγελία της Βαρσοβίας και εκπροσώπους της ISA και της CAB, συγκάλεσαν συνέντευξη Τύπου. Η συνέντευξη τύπου πραγματοποιήθηκε στις 31 Αυγούστου 2007 και μεταδόθηκε ζωντανά από τη δημόσια τηλεόραση. Διοργανώθηκε με σκοπό την ενημέρωση του κοινού σχετικά με το “σκάνδαλο γης”.

    Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δημοσιοποιήθηκαν πληροφορίες που είχαν αποκτηθεί με τη χρήση μυστικών ερευνητικών μεθόδων. Συγκεκριμένα, ο J. E. έπαιξε την ακόλουθη ηχογράφηση μιας συνομιλίας μεταξύ της προσφύγουσας και του K.K., ο οποίος, εκείνη την περίοδο, ήταν ο Αρχηγός της Αστυνομίας (Komendant Główny Policji).

    Στις 14 Δεκεμβρίου 2008, το περιοδικό Newsweek Polska δημοσίευσε άρθρο με πληροφορίες σχετικά με την έρευνα για την παρεμπόδιση της επιχείρησης παγίδευσης (βλέπε σημεία 6-8 ανωτέρω). Η προδικαστική έρευνα σχετικά με το αδίκημα της δημόσιας διάδοσης ερευνητικού υλικού διακόπηκε στις 21 Ιουνίου 2010.

    Στη συνέχεια, την άνοιξη του 2009, δημοσιεύθηκαν διάφορα άρθρα στον ιστότοπο της ημερήσιας εφημερίδας Dziennik (τότε Dziennik Polska-Europa-Świat), τα οποία ανέφεραν ότι η εφημερίδα είχε πρόσβαση σε αντίγραφα των ηχογραφήσεων των τηλεφωνικών κλήσεων της προσφεύγουσας που είχαν ληφθεί κατά τη διάρκεια της επιχείρησης μυστικής παρακολούθησης.

    Στις 15 Μαΐου 2009 η Εισαγγελία της περιφέρειας Praga της Βαρσοβίας κίνησε προδικαστική έρευνα σχετικά με τη γνωστοποίηση εμπιστευτικού υλικού έρευνας σε δημοσιογράφους που εργάζονταν για την Dziennik. Η διαδικασία διακόπηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2010 με την αιτιολογία ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί δράστης.

    Επικαλούμενη τα άρθρα 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής/αλληλογραφίας) και 13 (δικαίωμα πραγματικής προσφυγής) της Σύμβασης, η κ. Kaczmarek κατήγγειλε, ειδικότερα, ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και οι πληροφορίες παρακολούθησης που την αφορούσαν δημοσιοποιήθηκαν σε συνέντευξη Τύπου, ότι το υλικό παρακολούθησης διατηρήθηκε και ότι δεν είχε  κανένα ένδικο μέσο για τις καταγγελίες αυτές.

    ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

    Το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια νομολογία του, σύμφωνα με την οποία οι τηλεφωνικές συνομιλίες, αν και δεν αναφέρονται ρητά στην παράγραφο 1 του άρθρου 8 της Σύμβασης, καλύπτονται από τις έννοιες της «ιδιωτικής ζωής» και της «αλληλογραφίας» που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη. Το Δικαστήριο επανέλαβε περαιτέρω ότι οποιαδήποτε «παρέμβαση δημόσιας αρχής» στην άσκηση δικαιώματος που εγγυάται στην προσφεύγουσα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 8 θα παραβιάζει τη διάταξη αυτή, εκτός εάν είναι «σύμφωνη με το νόμο», επιδιώκει έναν ή περισσότερους από τους νόμιμους στόχους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και επιπλέον είναι «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την επίτευξή τους.

    Το Δικαστήριο σημείωσε  ότι τα εθνικά δικαστήρια έκριναν ότι η απόφαση να αποκαλυφθεί η καταγραφή της συνομιλίας της προσφεύγουσας είχε ληφθεί σύμφωνα με το άρθρο 156 § 5 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (βλ. σκέψεις 16 και 18 παραπάνω).

    Το Δικαστήριο σημείωσε  ότι, ενώ κατά τον κρίσιμο χρόνο το άρθρο 156 § 5 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αφορούσε κυρίως την πρόσβαση σε δικογραφίες με σκοπό τη λήψη αντιγράφων, προέβλεπε πρόστιμο τα εξής: “Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια της έρευνας η πρόσβαση στη δικογραφία μπορεί να δοθεί σε τρίτους με την άδεια του εισαγγελέα” . Ωστόσο, το εθνικό δίκαιο δεν διευκρίνιζε ούτε τις «εξαιρετικές περιπτώσεις» ούτε τον τρόπο με τον οποίο θα παρεχόταν πρόσβαση σε τρίτους.

    Επιπλέον,  όπως επισήμανε η προσφεύγουσα, η πρόσβαση σε φάκελο της υποθέσεως αποτελούσε εξαίρεση από τη γενική αρχή του εμπιστευτικού χαρακτήρα της έρευνας. Επιπλέον, η επίμαχη διάταξη δεν προέβλεπε τη γνωστοποίηση, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, πληροφοριών ή δεδομένων που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας. Τίποτα στο εσωτερικό δίκαιο δεν επέτρεψε σε ένα πρόσωπο στη θέση της προσφεύγουσας, το οποίο δεν αφορούσε η ίδια η έρευνα, αλλά του οποίου οι συνομιλίες είχαν ωστόσο καταγραφεί, να προβλέψει ότι θα μπορούσε να γίνει επίκληση του άρθρου 156 § 5 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για να δικαιολογηθεί η αποκάλυψη τηλεφωνικής συνομιλίας σε τύπο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεώρησε  ότι η αποκάλυψη, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, της καταγεγραμμένης τηλεφωνικής συνομιλίας του προσώπου που δεν υποβλήθηκε στην έρευνα υπερέβη το πεδίο εφαρμογής της εξουσιοδότησης που παρέχεται στις διωκτικές αρχές από την προαναφερθείσα διάταξη.

    Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω σκέψεις, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή της προσφεύγουσας δεν ήταν «σύμφωνη με το νόμο» όπως απαιτείται από το άρθρο 8 § 2 της Σύμβασης και ότι, κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση αυτής της διάταξης.

    Αποθήκευση των δεδομένων που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια μυστικής παρακολούθησης

    Το Δικαστήριο επανέλαβε τη νομολογία του σύμφωνα με την οποία τα μέτρα μυστικής παρακολούθησης και αποθήκευσης, επεξεργασίας και χρήσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εμπίπτουν καταρχήν στο πεδίο εφαρμογής της έννοιας της ιδιωτικής ζωής για τους σκοπούς του άρθρου 8 της Σύμβασης.

    Το Δικαστήριο σημείωσε  ότι το υλικό παρακολούθησης που αφορούσε την προσφεύγουσα στην παρούσα υπόθεση συλλέχθηκε κατά τη διάρκεια επιχείρησης ασφαλείας. Το μέτρο εφαρμόστηκε εναντίον άλλων προσώπων και, όπως υποβλήθηκε από την κυβέρνηση και επιβεβαιώθηκε από τις εγχώριες αρχές, η ίδια η προσφεύγουσα δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο αυτής της επιχείρησης ασφαλείας. Παρ’ όλα αυτά, οι αρχές είχαν λάβει υλικό που την αφορούσε. Εκτός από την ηχογράφηση που έγινε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου, είχαν επίσης λάβει  απομαγνητοφωνήσεις άλλων τηλεφωνικών συνομιλιών που είχε με τον σύζυγό της και τον γιο της.

    Το Δικαστήριο σημείωσε περαιτέρω ότι το υλικό δεν καταστράφηκε, αλλά αποθηκεύτηκε και συμπεριλήφθηκε στα αρχεία της έρευνας. Η προσφεύγουσα ζήτησε επανειλημμένως την καταστροφή του υλικού. Αρχικά, ενημερώθηκε ότι τα πρακτικά είχαν γίνει δοκιμαστικό υλικό και ότι επομένως δεν μπορούσαν να καταστραφούν. Στη συνέχεια, οι αρχές αρνήθηκαν να προχωρήσουν με το αίτημά της, καθώς, μετά από τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, υπήρξαν αποκλίσεις στην ερμηνεία των σχετικών διατάξεων σχετικά με την καταστροφή υλικού μυστικής παρακολούθησης. Παρόλο που το αίτημα της προσφεύγουσας  υποβλήθηκε τελικά επιτυχώς στο Περιφερειακό Δικαστήριο της Βαρσοβίας, απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι το άρθρο 238 §§ 4 και 5 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωση της. Ωστόσο, η απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Βαρσοβίας δεν μπορεί να αξιολογηθεί, δεδομένου ότι το σκεπτικό ήταν απόρρητο και δεν κοινοποιήθηκε στο Δικαστήριο ή στην προσφεύγουσα.

    Επιπλέον, σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του το Δικαστήριο κατά την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης, φαίνεται ότι οι φάκελοι της υποθέσεως που περιέχουν τα πρακτικά των συνομιλιών της προσφεύγουσας που καταγράφηκαν το 2007 εξακολουθούν να φυλάσσονται στην περιφερειακή εισαγγελία της Βαρσοβίας. Επομένως, είναι αμφίβολο αν οι σχετικές νομικές διατάξεις, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, προέβλεπαν επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία των προσώπων που βρίσκονταν στη θέση της προσφεύγουσας, τα οποία δεν είχαν υποβληθεί τα ίδια σε επιχείρηση ασφαλείας, αλλά των οποίων οι συνομιλίες είχαν εντούτοις υποκλαπεί . Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έλλειψη επαρκούς σαφήνειας στο νομικό πλαίσιο κατά τη στιγμή των γεγονότων στην παρούσα υπόθεση και η απουσία διαδικαστικών εγγυήσεων που σχετίζονται ειδικά με την καταστροφή των επικοινωνιών της προσφεύγουσας σημαίνουν ότι η παρέμβαση στα δικαιώματα της  βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης δεν ήταν «σύμφωνη με το νόμο». Επομένως, υπήρξε παράβαση της διατάξεως αυτής.

    Ενόψει του ανωτέρω συμπεράσματος, δεν χρειάζεται να αξιολογηθεί εάν η παρέμβαση πληρούσε τις υπόλοιπες απαιτήσεις του άρθρου 8 § 2 της Σύμβασης.

    Τέλος το Δικαστήριο παρατήρησε  ότι η ουσία της καταγγελίας της προσφεύγουσας  βάσει του άρθρου 13 επικαλύφθηκε με τα ζητήματα που έχουν ήδη εξεταστεί παραπάνω βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης. Έχοντας υπόψη το συμπέρασμά του ανωτέρω, το Δικαστήριο θεώρησε  περιττό να εξετάσει επίσης τα ζητήματα αυτά βάσει του άρθρου 13 της Σύμβασης.

     

    Δίκαιη ικανοποίηση (Άρθρο 41):

    Το ΕΔΔΑ επιδίκασε στην προσφεύγουσα το ποσό των 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη (επιμέλεια: echrcaselaw.com).