Πρόσφατες νοµολογιακές εξελίξεις για την εφαρµογή του ne bis in idem στο πεδίο των φορολογικών παραβάσεων

Εισήγηση του Παρέδρου Ι. Δηµητρακόπουλου στο επιµορφωτικό σεµινάριο της ΕΣΔι της 14.6.2018, µε θέµα τη σχέση της διοικητικής µε την ποινική και την πολιτική δίκη (humanrightscaselaw.gr)

Ι. Εισαγωγή – Οι τρεις φάσεις εξέλιξης της νοµολογίας του ΣτΕ για το ne bis in idem

Η σύγχρονη νοµολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας για την εφαρµογή (ή µη) της αρχής ne bis in idem στο πλαίσιο της σχέσης µεταξύ ποινικής διαδικασίας και διοικητικής διαδικασίας και δίκης περί της απόδοσης φορολογικών παραβάσεων και της επιβολής αντίστοιχων κυρώσεων έχει ξεκινήσει από το 2009 (µε την απόφαση ΣτΕ 1734/2009) και διανύει ήδη το δέκατο έτος της. Η νοµολογία αυτή έχει γνωρίσει τρεις φάσεις εξέλιξης.

Η πρώτη φάση (νοµολογία των ετών 2009-2015) χαρακτηρίζεται από την άρνηση του Δικαστηρίου να δεχθεί την εφαρµογή της αρχής ne bis in idem στο ανωτέρω πλαίσιο, είτε κατ’ επίκληση των άρθρων 94 και 96 του Συντάγµατος και της αρχής της ασφάλειας δικαίου (βλ. ΣτΕ Β΄ Τµ. 2067/2011 επταµ. και µεταγενέστερες παρόµοιες αποφάσεις του Β΄ Τµήµατος του Δικαστηρίου) είτε βάσει της εκτίµησης ότι οι διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις του φορολογικού δικαίου δεν έχουν “ποινικό” χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ και του άρθρου 50 του Χάρτη ΘΔΕΕ (βλ. ΣτΕ Ολοµ. 1741/2015).

Σε δεύτερη φάση, που αντιστοιχεί στη νοµολογία των ετών 2016-2017, η οποία παρήχθη µετά τις καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις υποθέσεις Καπετάνιος και άλλοι (2015) και Σισµανίδης (2016), το Δικαστήριο, αφενός, συµµορφώνεται, µε τη στενή έννοια του όρου, προς τις εν λόγω αποφάσεις του ΕΔΔΑ, κατ’ αποδοχή των οικείων αιτήσεων επανάληψης της διαδικασίας εκδίκασης των αιτήσεων αναιρέσεως του Αγγλούπα και του Σισµανίδη (βλ. ΣτΕ Β΄ Τµ. 1992/2016 επταµ. και 680/2017 επταµ., αντίστοιχα) και, αφετέρου, κρίνοντας πλέον επί εκκρεµών αιτήσεων αναιρέσεως, προβαίνει σε µεταστροφή της νοµολογίας του, θεωρώντας, µε σειρά αποφάσεων, ότι η αρχή ne bis in idem, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ, εφαρµόζεται, κατ’ αρχήν, σε υπόθεση επιβολής πολλαπλών τελών λαθρεµπορίας, για την οποία έχει εκδοθεί αµετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, χωρίς η τοιαύτη εφαρµογή να προσκρούει στο Σύνταγµα (βλ., ιδίως, ΣτΕ Β΄ Τµ. 2987/2017 επταµ., καθώς και ΣτΕ Β΄ Τµ. 1778/2017, 3470-1/2017, 3449/2017, 3447/2017, 3174/2017, 2346/2017, 2569-70/2017, 3174-5/2017 πενταµ.). Το Συµβούλιο της Επικρατείας εµµένει, πάντως, στη νοµολογία του ότι, ενόψει της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 4 του ΚΔΔ, ο διοικητικός δικαστής δεν υποχρεούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ζήτηµα της τυχόν ύπαρξης αµετάκλητης απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο και την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση (βλ. ΣτΕ Β΄ Τµ. 2403/2015, 1993/2016 επταµ., 2926-2928/2017).

 

Η τρίτη φάση αφορά στη νοµολογία του τρέχοντος έτους (2018), η οποία, αφενός, ενσωµατώνει και αξιοποιεί την πρόσφατη νοµολογία του ΔΕΕ στις υποθέσεις Menci (C-524/15), Garlsson Real Estate (C-537/16) και Di Puma & Zecca (C-596/16 & C-597/16 – στο εξής, χάριν συντοµίας, υπόθεση Di Puma), σχετικά µε το άρθρο 50 του Χάρτη ΘΔΕΕ και, αφετέρου, ερµηνεύει τη νέα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδαφ. β΄ ΚΔΔ υπό το πρίσµα της αρχής ne bis in idem, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Στη συνέχεια θα επιχειρήσω να παρουσιάσω τις τελευταίες αυτές εξελίξεις στη νοµολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας, αφού αναφερθώ στη σηµασία και στα βασικά σηµεία των ως άνω τριών πρόσφατων αποφάσεων του ΔΕΕ για το ne bis in idem.

ΙΙ. Οι αποφάσεις της 20.3.2018 της µείζονας σύνθεσης του ΔΕΕ (υπόθεση Menci, σε συνδυασµό µε υποθέσεις Garlsson Real Estate και Di Puma)

Η πρώτη υπόθεση η οποία οδηγήθηκε ενώπιον του ΔΕΕ µε προδικαστικό ερώτηµα σχετικό µε την εφαρµογή της αρχής ne bis in idem σε περίπτωση σώρευσης ποινικής διαδικασίας και διοικητικής κύρωσης για φορολογική παράβαση ήταν η Akerberg Fransson (C-617/10). Ωστόσο, στην υπόθεση αυτή, η µείζονα σύνθεση του ΔΕΕ, µε την από 26.2.2013 απόφασή της, απέφυγε να λάβει θέση επί των ζητηµάτων εάν, κατά το ενωσιακό δίκαιο τέτοιες διοικητικές κυρώσεις έχουν “ποινικό” χαρακτήρα και, περαιτέρω, εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις άγουν σε ενεργοποίηση της ενωσιακής αρχής ne bis in idem. Χρειάστηκε να περάσει µία πενταετία και να εκδοθεί στο µεταξύ η από 15.11.2016 απόφαση της ευρείας σύνθεσης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Α και Β κατά Νορβηγίας, προκειµένου το ΔΕΕ να δώσει διαφωτιστικές απαντήσεις στα εν λόγω ερωτήµατα, µέσω της από 20.3.2018 απόφασης της µείζονας σύνθεσής του στην υπόθεση Menci, σε συνδυασµό µε τις αποφάσεις του της ίδιας µέρας στις υποθέσεις Garlsson Real Estate και Di Puma, που αφορούσαν σε παραβάσεις της νοµοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς.

Στην πρώτη υπόθεση, ο Menci παρέλειψε να καταβάλει τον οφειλόµενο για το 2011 ΦΠΑ (ύψους 282.500 ευρώ), εντός της προβλεπόµενης στο νόµο προθεσµίας. Συνεπεία τούτου, η φορολογική Διοίκηση του επέβαλε, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στην ιταλική νοµοθεσία, χρηµατική κύρωση, ποσού ίσου µε το 30% του µη καταβληθέντος ΦΠΑ (ήτοι περίπου 85.000 ευρώ), µε πράξη η οποία δεν προσβλήθηκε και, συνεπώς, κατέστη οριστική. Στη συνέχεια, ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη, δεδοµένου ότι, κατά την ιταλική νοµοθεσία, συνιστά ποινικό αδίκηµα (που τιµωρείται µε ποινή φυλάκισης από 6 έως 24 µήνες) η παράλειψη πληρωµής, εντός της προβλεπόµενης στο νόµο προθεσµίας, του οφειλόµενου ποσού ΦΠΑ, εάν αυτό υπερβαίνει τα 50.000 ευρώ σε ορισµένο φορολογικό έτος. Ανέκυψε, λοιπόν, το ζήτηµα, που τέθηκε µε προδικαστικό ερώτηµα ιταλικού δικαστηρίου, εάν η ποινική διαδικασία εναντίον του Menci ήταν ασύµβατη µε την αρχή ne bis in idem, λόγω της πρότερης επιβολής σε βάρος του, µε αµετάκλητη πράξη, του ανωτέρω διοικητικού προστίµου.

Προκαταρκτικά, το ΔΕΕ σηµείωσε ότι το άρθρο 52 παρ. 3 του Χάρτη ΘΔΕΕ (σύµφωνα µε το οποίο τα περιεχόµενα στον εν λόγω Χάρτη δικαιώµατα που αντιστοιχούν σε δικαιώµατα τα οποία διασφαλίζονται από την ΕΣΔΑ έχουν την ίδια έννοια και την ίδια εµβέλεια µε εκείνες που τους αποδίδει η ΕΣΔΑ, χωρίς να αποκλείεται όµως η παροχή ευρύτερης προστασίας από το ενωσιακό δίκαιο), σκοπεί στην εξασφάλιση της αναγκαίας συνοχής µεταξύ του Χάρτη και της ΕΣΔΑ, χωρίς όµως, να θίγει την αυτονοµία του ενωσιακού δικαίου και του ΔΕΕ, όπως σηµειώνεται στα επεξηγηµατικά σχόλια του άρθρου 52. Ως εκ τούτου, το ΔΕΕ εξέτασε το υποβληθέν προδικαστικό ερώτηµα υπό το πρίσµα όχι της ΕΣΔΑ αλλά του Χάρτη ΘΔΕΕ και, ιδίως, του άρθρου 50 αυτού.

Το πρώτο ζήτηµα που αντιµετώπισε το ΔΕΕ ήταν ο “ποινικός” χαρακτήρας διοικητικής κύρωσης, όπως η επίµαχη. Συναφώς, το ΔΕΕ δεν αρκέστηκε να υπενθυµίσει, όπως είχε κάνει στην υπόθεση Akerberg Fransson, ότι η “ποινική” φύση των διοικητικών κυρώσεων εκτιµάται µε βάση τα κριτήρια της απόφασης Bonda (που είναι παρόµοια µε τα κριτήρια Engel του ΕΔΔΑ, καθόσον συνίστανται στο νοµικό χαρακτηρισµό της παράβασης κατά το εθνικό δίκαιο, στη φύση της παράβασης και στο βαθµό αυστηρότητας της κύρωσης η οποία ενδέχεται να επιβληθεί στον ενδιαφερόµενο), αλλά παρέσχε διευκρινίσεις ως προς τον τρόπο ερµηνείας και εφαρµογής τους, προκειµένου να καθοδηγήσει, κατά το δυνατόν καλύτερα, τον εθνικό δικαστή. Στο πλαίσιο αυτό, το ΔΕΕ έκρινε ότι κύρωση που επιδιώκει κατασταλτικό σκοπό έχει “ποινικό” χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη, και ότι το γεγονός και µόνο ότι επιδιώκει και προληπτικό σκοπό δεν δύναται να αναιρέσει τον χαρακτηρισµό της κύρωσης ως “ποινικής”, ενώ ένα µέτρο που περιορίζεται στην επανόρθωση της ζηµίας την οποία προκάλεσε η οικεία παράβαση δεν έχει “ποινικό” χαρακτήρα. Το επίµαχο διοικητικό πρόστιµο είχε (και) κατασταλτικό σκοπό, καθώς επιβαλλόταν ως τιµωρία για τη µη εµπρόθεσµη καταβολή του ΦΠΑ, ενώ παράλληλα ενείχε και αυξηµένο βαθµό αυστηρότητας, ο οποίος στήριζε επίσης τον “ποινικό” χαρακτήρα του. Μολονότι, ως συνήθως, το ΔΕΕ ανέθεσε στον εθνικό δικαστή την τελική κρίση επί του ζητήµατος, είναι εµφανές ότι οι σκέψεις του δέχονται την “ποινική” φύση διοικητικών προστίµων για φορολογικές παραβάσεις, όπως εκείνο που είχε επιβληθεί στον Menci, εκτίµηση η οποία τελεί σε αρµονία προς την αντίστοιχη νοµολογία του ΕΔΔΑ για το άρθρο 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ.

Ακολούθως, το ΔΕΕ στράφηκε στο στοιχείο του idem, ως προς το οποίο έκρινε (α) ότι ερευνάται η ταυτότητα των πραγµατικών περιστατικών, ήτοι η ύπαρξη ενός συνόλου συγκεκριµένων περιστάσεων που συνδέονται άρρηκτα µεταξύ τους και οι οποίες οδήγησαν στην απαλλαγή ή την αµετάκλητη καταδίκη του συγκεκριµένου προσώπου, (β) ότι ο νοµικός χαρακτηρισµός κατά το εθνικό δίκαιο, των πραγµατικών περιστατικών, καθώς και ότι για το ποινικό αδίκηµα απαιτείται επιπλέον ένα υποκειµενικό στοιχείο, σε σχέση µε την αποδοθείσα διοικητική παράβαση είναι άνευ σηµασίας για τη διαπίστωση της συνδροµής του στοιχείου του idem και (γ) ότι το προστατευόµενο έννοµο συµφέρον δεν συνιστά στοιχείο ληπτέο υπόψη για την εξέταση του idem, οπτική αντίθετη προς τη µέχρι τούδε νοµολογία του (στην οποία παραπέµπει και η ΣτΕ Δ΄ Τµ. 3473/2017 επταµ.). Οι ανωτέρω ερµηνευτικές κρίσεις, ενόψει των οποίων το ΔΕΕ κατέληξε στο συµπέρασµα ότι η ποινική διαδικασία σε 5 βάρος του Menci φαινόταν να αφορά κατ’ ουσίαν στα ίδια πραγµατικά περιστατικά για τα οποία του είχε επιβληθεί η διοικητική κύρωση, αντανακλούν τη σχετική µε το idem νοµολογία του ΕΔΔΑ.

Ωστόσο, στη συνέχεια, το ΔΕΕ χάραξε διαφορετική πορεία από εκείνη της απόφασης Α και Β κατά Νορβηγίας του ΕΔΔΑ, στην οποία κρίθηκε ότι το άρθρο 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ δεν απαγορεύει τη διπλή, ποινική και διοικητική (κατά το εθνικό δίκαιο), διαδικασία επιβολής κυρώσεων για φορολογικές παραβάσεις, εάν οι δύο διαδικασίες συνδέονται αρκούντως στενά µεταξύ τους, τόσο κατ’ ουσίαν όσο και κατά χρόνον, ώστε να αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο, καθόσον εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς και αντιµετωπίζουν διαφορετικές όψεις/πτυχές της παράβασης και, µάλιστα, κατά τρόπο προβλέψιµο και χωρίς να επιβάλλεται δυσανάλογο βάρος στον καθού. Με την απόφαση Menci, καθώς και µε τις αποφάσεις του στις υποθέσεις Garlsson Real Estate και Di Puma, το ΔΕΕ περιόρισε την κανονιστική εµβέλεια της αρχής ne bis in idem, όχι δια του περιορισµού του πεδίου εφαρµογής της ratione materiae, µέσω της ερµηνείας και της εφαρµογής του bis (ήτοι της προϋπόθεσης περί ύπαρξης δύο “ποινικών” διαδικασιών), όπως είχε πράξει το ΕΔΔΑ στην Α και Β κατά Νορβηγίας, αλλά δια της εκτίµησης ότι το δικαίωµα ne bis in idem, που κατοχυρώνει το άρθρο 50 του Χάρτη ΘΔΕΕ, δεν είναι απόλυτο, αλλά δύναται να περιορισθεί. Συγκεκριµένα, το ΔΕΕ θεώρησε ότι η σώρευση διώξεων και κυρώσεων σε βάρος του ίδιου προσώπου για την ίδια κατ’ ουσίαν φορολογική παράβαση συνιστά περιορισµό του δικαιώµατος που προβλέπεται στο άρθρο 50 του Χάρτη, ο οποίος µπορεί να δικαιολογηθεί, βάσει του άρθρου 52 παρ. 1 του Χάρτη, που αφορά στους περιορισµούς των επεµβάσεων στα δικαιώµατα που κατοχυρώνει ο Χάρτης. Εξετάζοντας εάν πληρούνται οι όροι του άρθρου 52 παρ. 1 του Χάρτη, το ΔΕΕ έκρινε, ιδίως, τα εξής:

(i) το επίµαχο µέτρο της σώρευσης διώξεων και κυρώσεων εξυπηρετεί σκοπό δηµοσίου συµφέροντος, αναγόµενο στη διασφάλιση της είσπραξης του ΦΠΑ και στην καταπολέµηση παραβάσεων της νοµοθεσίας περί ΦΠΑ,

(ii) η πρόβλεψη διπλής “ποινικής” διαδικασίας και κύρωσης µπορεί να δικαιολογείται, εάν οι επίµαχες διαδικασίες και κυρώσεις επιδιώκουν συµπληρωµατικούς σκοπούς, συναρτώµενους, ενδεχοµένως, µε διαφορετικές όψεις της ίδιας παράνοµης συµπεριφοράς,

(iii) όσον αφορά τις παραβάσεις της νοµοθεσίας περί ΦΠΑ, είναι θεµιτό ένα κράτος µέλος να επιδιώκει, αφενός, να αποτρέψει και να καταστείλει κάθε παράβαση, είτε εκ προθέσεως είτε όχι, των κανόνων περί δηλώσεως και εισπράξεως του ΦΠΑ επιβάλλοντας διοικητικές κυρώσεις οριζόµενες, ενδεχοµένως, κατ’ αποκοπήν και, αφετέρου, να αποτρέψει και να καταστείλει σοβαρές παραβάσεις των κανόνων αυτών που είναι ιδιαιτέρως αρνητικές για την κοινωνία και οι οποίες δικαιολογούν την επιβολή αυστηρότερων “ποινικών” κυρώσεων,

(iv) η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί η σώρευση “ποινικών” διώξεων και κυρώσεων να µην υπερβαίνει τα όρια του κατάλληλου και αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών που νοµίµως επιδιώκονται µε τη ρύθµιση αυτή, πράγµα που σηµαίνει ότι, όταν υφίσταται επιλογή µεταξύ περισσοτέρων κατάλληλων µέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό και τα προξενούµενα µειονεκτήµατα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκόµενους σκοπούς,

(v) τούτο προϋποθέτει, εκτός από την ύπαρξη σαφούς και ακριβούς νοµικής βάσης, την ύπαρξη κανόνων που διασφαλίζουν συντονισµό, ώστε να περιορίζεται στο απολύτως απαραίτητο η επιπρόσθετη βλάβη που προκαλείται στους ενδιαφερόµενους από τη διπλή διαδικασία και κύρωση,

(vi) συνεπώς, η πρόβλεψη διπλής “ποινικής” διαδικασίας και κύρωσης πρέπει να συνοδεύεται και από κανόνες που εγγυώνται ότι η βαρύτητα του συνόλου των επιβαλλόµενων ποινών αντιστοιχεί στη σοβαρότητα της παράβασης, απαίτηση η οποία απορρέει όχι µόνο από το άρ. 52 παρ. 1 αλλά και από το άρ. 49 παρ. 3 του Χάρτη, περί της αναλογικότητας των ποινικών κυρώσεων και υποχρεώνει τα αρµόδια όργανα να διασφαλίζουν ότι, κατά την επιβολή δεύτερης ποινής, η βαρύτητα του συνόλου των επιβαλλόµενων ποινών δεν υπερβαίνει τη σοβαρότητα της αποδοθείσας παράβασης (στην υπόθεση Menci, η ιταλική νοµοθεσία, πρώτον, προέβλεπε ότι, κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, αναστέλλεται η εκτέλεση της διοικητικής ποινής, δεύτερον, εµπόδιζε οριστικά την τοιαύτη εκτέλεση κατόπιν της ποινικής καταδίκης του φορολογούµενου και, τρίτον, όριζε ότι η εκούσια πληρωµή της διοικητικής κύρωσης συνιστούσε ελαφρυντική περίσταση, ληπτέα υπόψη στην ποινική δίκη, µε συνέπεια να πληρούνται οι επιταγές της αρχής της αναλογικότητας),

(vii) στην περίπτωση που έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση κατόπιν ποινικής διαδικασίας, η εξακολούθηση της διαδικασίας επιβολής διοικητικού προστίµου ποινικού χαρακτήρα βαίνει πέραν των ορίων του απολύτως αναγκαίου για την επίτευξη του θεµιτού σκοπού της σώρευσης διώξεων και κυρώσεων, στον βαθµό που αυτή η ποινική καταδίκη δύναται να καταστείλει τη διαπραχθείσα παράβαση κατά τρόπο αποτελεσµατικό, αναλογικό και αποτρεπτικό (κρίση στην υπόθεση Garlsson Real Estate), και (viii) η εξακολούθηση διαδικασίας για την επιβολή διοικητικού προστίµου ποινικού χαρακτήρα βαίνει προδήλως πέραν των όσων απαιτούνται για την επίτευξη του επιδιωκόµενου σκοπού, εφόσον υπάρχει αµετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου που διαπιστώνει ότι δεν στοιχειοθετείται η παράβαση, η οποία επισύρει τη διοικητική κύρωση (κρίση στην υπόθεση Di Puma).

Τέλος, το ΔΕΕ σηµείωσε, ενόψει του άρθρου 52 παρ. 3 του Χάρτη, ότι η παραπάνω ερµηνεία του άρθρου 50, σε συνδυασµό µε το άρθρο 52 παρ. 1, του Χάρτη, διασφαλίζει επίπεδο προστασίας της αρχής ne bis in idem το οποίο συνάδει µε εκείνο του άρθρου 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ, όπως ερµηνεύθηκε στην από 15.11.2016 απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Α και Β κατά Νορβηγίας. Πράγµατι, η ως άνω ερµηνευτική προσέγγιση του ΔΕΕ, µολονότι ερείδεται σε εν µέρει διαφορετικό συλλογισµό από εκείνον του ΕΔΔΑ, ενσωµατώνει εµµέσως, δια της αρχής της αναλογικότητας, τόσο την τεθείσα στην Α και Β κατά Νορβηγίας προϋπόθεση περί ύπαρξης ουσιαστικού δεσµού µεταξύ των δύο “ποινικών” διαδικασιών όσο και τα αναφερόµενα στην Α και Β κατά Νορβηγίας βασικά κριτήρια, ενόψει των οποίων εξετάζεται η συνδροµή τέτοιου συνδέσµου (επιδίωξη συµπληρωµατικών σκοπών, που συναρτώνται µε διαφορετικές πλευρές της αυτής επίµαχης παραβατικής συµπεριφοράς, σαφήνεια και προβλεψιµότητα των σχετικών κανόνων, συντονισµός των δύο διαδικασιών, αναλογικότητα του συνόλου των επιβαλλόµενων κυρώσεων), µε αποτέλεσµα το κανονιστικό περιεχόµενο της ενωσιακής αρχής ne bis in idem να παρουσιάζει έντονη αναλογία προς εκείνο του άρθρου 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ. Συναφώς, πρέπει να σηµειωθεί ότι το ΔΕΕ απέφυγε να εντάξει ρητώς στον ερµηνευτικό συλλογισµό του και την αναφερόµενη (κατά τρόπο µάλλον ασαφή) στην Α και Β κατά Νορβηγίας απαίτηση περί χρονικού συνδέσµου µεταξύ των δύο “ποινικών” διαδικασιών, η οποία θα µπορούσε, πάντως, να “στεγαστεί” στην τεθείσα από το ΔΕΕ προϋπόθεση περί συντονισµού των διαδικασιών αυτών.

Δείτε αναλυτικά το άρθρο στο humanrightscaselaw.gr

To Top