Απόφαση 1889 / 2019    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1889/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο – Εισηγητή, Ευφροσύνη Καλογεράτου – Ευαγγέλου και Πηνελόπη Παρτσαλίδου – Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 19 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Παππαδά, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Σ. Μ. του Γ., κατοίκου … που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 119/2019 αποφάσεως του ΤριμελούςΕφετείου Πλημμελημάτων Θράκης, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Μ. Α., 2. Ε. Α., 3. Θ. Γ. και 4. Α. Κ., …, οι οποίοι δεν παρέστησαν.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.9.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1334/2019.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 512 παρ. 1 εδ’ γ’ και 3 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο, ενώ, κατά την παρ. 2 του άρθρου 515 του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να μην ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 14.10.2019, τέσσερα (4) αποδεικτικά επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών … Σ. Ο., οι πολιτικώς ενάγοντες της κρινόμενης υπόθεσης 1) Μ. Α., 2) Ε. Α., 3)Θ. Γ. και 4) Α. Κ., με αναιρεσείοντα τον Σ. Μ., κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 εδ. α’ του ως άνω Κώδικα), για να εμφανιστούν την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση, που είχε οριστεί για να συζητηθεί η από 24.9.2019 και με αριθμό εκθέσεως 59/2019 αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντα για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 119/2019 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης, πλην αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Μετά από αυτά, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ’ αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου τη θέληση αυτού να ισχυριστεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α’ του ΠΚ, κατά την οποία “με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε”, προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητάς του και της θέσεώς του ή και της σχέσεως του με το φυσικό αυτουργό, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών. Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθεΐσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1. ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ’ αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας στις ανωτέρω πράξεις, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η “εν γνώσει” ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον “σκοπό” προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της καταμηνύσεως κ.λ.π. ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 607/2019, 1326/2015). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν, στην αληθή έννοια του αλλά και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει, από, την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 119/2019 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά πρωτοβαθμίου δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορούμενου), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Οι δύο πρώτες των εγκαλούντων (αδελφές) κατοικούν σε κατοικίες στην πόλη της … επί της οδού … και επί της ιδίας οδού και όμορα της δεύτερης εγκαλούσας, άρχισε να ανεγείρει οικοδομή ο πρώτος των κατηγορουμένων (ήδη ο αναιρεσείων) υιός του δεύτερου και τρίτης των κατηγορουμένων, σε ιδιόκτητο οικόπεδο του δεύτερου κατηγορουμένου. Από την ανέγερση της οικοδομής του πρώτου κατηγορούμενου προέκυψαν προβλήματα μεταξύ των γειτόνων, λόγω καταγγελιών του πρώτου κατηγορούμενου σε διάφορες υπηρεσίες για παρανομίες όπως ισχυριζόταν της οικίας της δεύτερης των εγκαλούντων που γειτνίαζε με αυτόν και έτσι επήλθε διατάρραξη των σχέσεων τους. Στα πλαίσια μίας τέτοιας καταγγελίας του πρώτου κατηγορούμενου και στη συνέχεια της δεύτερης εγκαλούσας, στις 10.1.2011 μετέβη κλιμάκιο της Πολεοδομίας προκειμένου να προβεί σε έλεγχο τόσο της οικίας της δεύτερης εγκαλούσας, όσο και του πρώτου κατηγορούμενου. Κατά την ημέρα αυτή και αφού οι υπάλληλοι της Πολεοδομίας, μεταξύ των οποίων και ο τρίτος εγκαλών, πραγματοποίησε τον έλεγχο στην οικία της δεύτερης εγκαλούσας, μετέβη στην νεοανεγειρόμενη κατοικία του πρώτου. κατηγορούμενου. Όταν εισήλθαν σε αυτήν παρουσιάστηκε και ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος αρχικά νόμιζε ότι επρόκειτο για κλέφτες και στο μεταξύ είχε ειδοποιήσει την αστυνομία, ενώ σε λίγη ώρα προσήλθε και η τρίτη κατηγορούμενη, καθώς και ο πρώτος κατηγορούμενος με την μοτοσυκλέτα του που ειδοποιήθηκε εν τω μεταξύ από τον δεύτερο. Και ενώ είχε προσέλθει και η αστυνομία ειδοποιηθείσα από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο πρώτος εξ αυτών, αντιδρώντας στον έλεγχο της Πολεοδομίας και στην καταγγελία που υπέβαλε η δεύτερη εγκαλούσα, παρουσία και της ίδιας και των υπολοίπων μηνυτών και αφού αποχώρησε το κλιμάκιο της αστυνομίας, δεδομένου ότι δεν επρόκειτο για κλοπή, ο πρώτος κατηγορούμενος απηύθυνε προς τον δεύτερο της εξής φράση “μπαμπά σου ορκίζομαι στον εγγονό σου το Γ. θα βάλω τα παιδιά σου δύο μέτρα κάτω από το χώμα, εγώ θα βγω μετά από είκοσι χρόνια αυτά όμως δεν θα βγουν ποτέ έξω, μ’ ακούς μπαμπά” και τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος του απάντησε “και εγώ μαζί σου” κάνοντας την κίνηση ότι φτυαρίζει το χώμα. Μετά το επεισόδιο αυτό οι δύο πρώτες εγκαλούσες υπέβαλαν αυθημερόν προφορικά ενώπιον του AT … μήνυση εναντίον των δύο πρώτων κατηγορουμένων για το αδίκημα της απειλής, ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον τους για το αδίκημα της απειλής κατά συρροή, πλην όμως η υπόθεση ετέθη στο αρχείο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 του ν.4043/2012 με τη με αριθμό 29/5-3-2012 πράξη του Εισαγγελέα. Στη συνέχεια οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι κατέθεσαν την από 12-12-2011 έγκληση για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης εναντίον των δύο πρώτων εγκαλουσών, της ψευδορκίας μάρτυρα κατά του Α. Κ. και Θ. Γ. και της συκοφαντικής δυσφήμησης που φέρεται να τελέστηκε από τις νυν εγκαλούσες, τον Α. Κ. (σύζυγο της δεύτερης) και εγκαλών και τον Θ. Γ. εγκαλών και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα από τις δύο πρώτες εγκαλούσες. Επί της ως άνω μήνυσης των κατηγορουμένων κατά των νυν εγκαλούντων εξεδόθη το υπ’αριθμό 86/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης, το οποίο έχει καταστεί αμετάκλητο, το οποίο . απεφάνθη να μην γίνει κατηγορία κατά των παραπάνω ήδη εγκαλούντων – και, του Α. Κ.. Στην παραπάνω μήνυση που κατέθεσαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ανέφεραν ψευδώς ότι τα όσα εκτόξευσαν ως απειλές στο επεισόδιο της 10-1-2011 ενώπιον και των υπαλλήλων της Πολεοδομίας, εναντίον των τέκνων των εγκαλούντων δεν ήταν όπως τα κατέθεσαν αυτοί στην από 10-1-2011 μήνυση τους αλλά όπως οι ίδιοι εκθέτουν στην επίδικη μήνυση τους, πράγμα αναληθές όπως αποδείχθηκε κατά τα προαναφερόμενα αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ παράλληλα και οι καταθέσεις που δόθηκαν από τους εγκαλούντες παρουσιάστηκαν ως ψευδείς, γεγονότα αναληθή οι δε κατηγορούμενοι τελούσαν σε γνώση της αναλήθειά τους. Για το λόγο αυτό πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι, διότι στην …., τους παρακάτω χρόνους, ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Σ., ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Γ., με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα αδικήματα και δη την 11η Δεκεμβρίου 2011, από κοινού ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Σ. εν γνώσει τους κατέθεσαν την από 11-12-2011 μήνυση τους ενώπιον του Αστυνομικού Τμήματος … σε βάρος των ήδη Α. Μ., Α. Ε., Κ. Α. και Γ. Θ., και ανέφεραν σε αυτή τα κάτωθι επί λέξει: “στις 11-1- 2011 και ενώ ο β’ εξ ημών βρισκόταν στην νεοαναγειρόμενη οικοδομή του α εξ ημών, εισήλθαν εντελώς ξαφνικά μέσα στην υπό ανέγερση οικία του α’ εξ ημών κάποια άτομα. Ο β’ εξ ημών κάλεσε την αστυνομία, επειδή νόμιζε ότι ήταν κλέφτες και τον α’ εξ ημών, λέγοντας του “έλα μπήκαν κλέφτες στο σπίτι”. Μετά από λίγη ώρα ο α’ εξ ημών έφτασε στην οικοδομή όπου είδε το κλιμάκιο της Πολεοδομίας, το οποίο προσήλθε για να ελέγξει την οικοδομή, μετά από καταγγελία ων δύο πρώτων μηνυόμενων. Επειδή οι τρεις πρώτοι μηνυόμενοι εδώ και πολύ καιρό προβαίνουν σε διάφορες καταγγελίες εναντίον μας, ο α’ εξ ημών έχοντας πλέον “απηυδίσει”, εκνευρίστηκε και απευθυνόμενος προς τον πατέρα του β’ εξ ημών), ο οποίος τον είχε στο παρελθόν πιέσει να προβεί στην ανοικοδόμηση του πατρικού οικοπέδου, του είπε “καλύτερα να έθαβες τα παιδιά σου παρά που με ανάγκασες να κτίσω αυτό το σπίτι”. Ο β’ εξ ημών, ο οποίος και αυτός ήταν σκασμένος από τις συνεχείς καταγγελίες των δύο πρώτων μηνηυομένων, του απάντησε “και εγώ μαζί σου στο χώμα”. Αυτό ήταν όλο και όλο το συμβάν, το οποίο διημείφθη μεταξύ μας και φυσικά δεν αφερόταν ούτε στις μηνυόμενες, ούτε στα παιδιά τους, ούτε και σε κάποιον τρίτο. Δεν ήταν άλλωστε δυνατόν ενώπιον των παρευρισκομένων αστυνομικών οργάνων να προβούμε σε οποιαδήποτε απειλή κατά των παιδιών των μηνηυομένων ή κάποιου τρίτου. Περιττό να αναφέρουμε επιπλέον, ότι ο χαρακτήρας μας δεν είναι καθόλου παραβατικός και φυσικά ουδέποτε να προβαίναμε σε απειλή οποιουδήποτε προσώπου, ποσο μάλλον των ανήλικων τέκνων των δύο πρώτων μηνηυομένων.” και “Το γεγονός λοιπόν ότι ο κ. Γ. προσήλθε να ελέγξει τις οικοδομές των τριών πρώτων μηνυομένων δύο περίπου μήνες μετά τις καταγγελίες που υπέβαλε ο α εξ ημών, ας το θεωρήσουμε τυχαίο, ενόψει των εορτών των Χριστουγέννων και της πολλής δουλειάς που ενδεχομένως είχε η Πολεοδομία. Το γεγονός όμως ότι η β’ μηνυόμενη προέβη σε έγγραφη καταγγελία μία ημέρα πριν προσέλθει στη δική της οικοδομή η Πολεοδομία, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι τυχαίο. Προφανώς είχε ειδοποιηθεί από τον κ. Γ. και πήγε και κατέθεσε την καταγγελία εναντίον του α1 εξ ημών. Περαιτέρω ο κ. Γ. ξεκίνησε τον έλεγχο από την δική μας οικοδομή χωρίς να μας ειδοποιήσει ότι θα έρθει για τέτοιο έλεγχο. Ο Γ. είναι όργανο της Πολεοδομίας, ήρθε για έλεγχο στις οικοδομές μας, κλήθηκε η αστυνομία, δίνοντας εξηγήσεις και ο δ’ μηνυόμενος μέσα στο κλίμα αυτό και στο κρύο, κατάλαβε και ερμήνευσε τη μεταξύ μας στιχομυθία και μετά από 9 μήνες θυμόταν τα πάντα με ακρίβεια και πήγε η ώρα 9 το βράδυ στην αστυνομία και κατέθεσε. Ο κ. Γ., ως όργανο της Πολεοδομίας, άπειρες φορές γίνεται μάρτυρας επεισοδίων την ώρα που κάνει τους πολεοδομικούς ελέγχους και διαπιστώνει παραβάσεις όμως ποτέ δεν πηγαίνει ο μάρτυρας για ιδιωτικές διαφορές, όπως κάνουν δηλαδή και όλα τα όργανα, όταν δε καλούνται να καταθέσουν .αποφεύγουν την παράσταση στο Δικαστήριο καταθέτοντας ότι δεν θυμούνται. Ο δ’ μηνυόμενος στην δική μας περίπτωση είχε υπερβάλλοντα ζήλο, ο οποίος συνιστά δόλο να ψευδομαρτυρήσει, όπως και τελικά έκανε, έχοντας σκοπό προφανώς, λόγω κάποιας προσωπικής σχέσης που έχει με τους τρεις πρώτους μηνυόμενους, να τους ευνοήσει, βλάπτοντας μας”. Όμως το περιεχόμενο της παραπάνω μήνυσης αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδές και οι κατηγορούμενοι τελούσαν σε γνώση του ψεύδους τους καθόσον οι ως άνω μηνυόμενοι και νυν εγκαλούντες ουδέποτε διέπραξαν τα καταγγελθέντα αδικήματα, προέβησαν δε οι παραπάνω κατηγορούμενοι στην υποβολή της με σκοπό να προκαλέσουν την σε βάρος τους άσκηση ποινικής δίωξης για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις. Ητοι αποδείχθηκε ότι στην ….., την 11η Δεκεμβρίου 2011, ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Σ. και ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Γ., κατέθεσαν την από 11-12-2011 μήνυση τους ενώπιον του Αστυνομικού Τμήματος … σε βάρος των ήδη εγκαλούντων Α. Μ., Α. Ε., Κ. Α. και Γ. Θ., το περιεχόμενο της οποίας αναλυτικά περιγράφεται παραπάνω, όλα δε τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναληθειάς τους, καθόσον στην πραγματικότητα ουδέποτε οι ως άνω εγκαλούντες διέπραξαν τα καταγγελθέντα αδικήματα, μπορούσαν δε να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, περιήλθαν δε σε γνώση τρίτων προσώπων και δη των αστυνομικών του ΑΤ … των Δικαστών, των Γραμματέων αυτών, του Δικαστικού Επιμελητή, των λοιπών παραγόντων της δίκης (ΑΠ 841/2019 ΝΟΜΟΣ). Επίσης αποδείχθηκε ότι στην …, και κατά τους κατωτέρω χρόνους, άπαντες οι κατηγορούμενοι ήτοι Μ. Σ., Μ. Γ. και Μ. Ε., εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα. Συγκεκριμένα: α) ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Σ. και ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Γ. την 16 Μαρτίου 2012 κατέθεσαν ενόρκως, ψευδώς, επιβεβαιώνοντας ενόρκως την από -11-12-2011 μήνυση τους ενώπιον του Α.Τ. …, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και β) η τρίτη κατηγορούμενη Μ. Ε. την 15η Μαρτίου 2012 κατέθεσε ενόρκως ψευδώς ενώπιον του Πταισματοδίκη Αλεξανδρούπολης τα κάτωθι ψευδή “Ο άντρας μου πήγε στην οικοδομή και βρήκε τον Γ. από την Πολεοδομία, όπως μάθαμε εκ των υστέρων μέσα στο υπόγειο της οικοδομής. Αυτός μας έδειξε την αίτηση της γειτόνισσας, δεύτερης μηνυόμενης, την όποια σας εκθέτω. Στο άκουσμα αυτών ο γιος μου που εν τω μεταξύ είχε έρθει, αγανάκτησε και απευθυνόμενος προς τον πατέρα του του είπε ‘ καλύτερα να έθαβες τα παιδιά σου παρά που με ανάγκασες να κτίσω αυτό το σπίτι”, Αυτό το είπε για τον ίδιο και την κόρη μου”. Όλα όμως τα παραπάνω, είναι ψευδή και αυτοί τελούσαν σε γνώσει του ψεύδους τους. Επίσης αποδείχθηκε ότι 4) στην …. την 16η Μαρτίου 2012, από κοινού ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Σ. και ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Γ., με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο εκμεταλλευόμενοι τη συγγενική τους σχέση με την τρίτη των κατηγορουμένων την έπεισαν με πειθώ, φορτικότητα, να διαπράξει το πλημμέλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, καταθέτοντας ενόρκως και ισχυριζόμενη ενώπιον του Πταισματοδίκη Αλεξανδρούπολης
τα όσα παραπάνω ψεύδη ανέφερε”. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στη συνέχεια κήρυξε, ενόχους τον αναιρεσείοντα (Σ. Μ. του Γ.) και τους συγκατηγορούμενούς του (Γ. – Ζ. Μ. του Σ. και Ε. Μ. του Δ.) του ότι: “1. Στην ….. την 11 Δεκεμβρίου 2011, από κοινού ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Σ. και ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Γ., εν γνώσει τους καταμήνυσαν άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσουν/ την καταδίωξη του γι’ αυτήν. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, οι κατηγορούμενοι κατέθεσαν την από 11-12-2011 μήνυση τους ενώπιον του Αστυνομικού Τμήματος … σε βάρος των ήδη εγκαλούντων Α. Μ., Α. Ε., Κ. Α. και Γ. Θ., και ειδικότερα ανέφεραν σε αυτή τα κάτωθι επί λέξει “στις 11-1-2011 και ενώ ο β εξ ημών βρισκόταν στην νεοαναγειρόμενη οικοδομή του α εξ ημών, εισήλθαν εντελώς ξαφνικά μέσα στην υπό ανέγερση οικία του α εξ ημών κάποια άτομα. Ο β’ εξ ημών κάλεσε την αστυνομία, επειδή νόμιζε ότι ήταν κλέφτες και τον α’ εξ ημών, λέγοντας του “έλα μπήκαν κλέφτες στο σπίτι”. Μετά από λίγη ώρα ο α’ εξ ημών έφτασε στην οικοδομή όπου είδε το κλιμάκιο της Πολεοδομίας, το οποίο προσήλθε για να ελέγξει την οικοδομή, μετά από καταγγελία των δύο πρώτων μηνυόμενων. Επειδή οι τρεις πρώτοι -μηνυόμενοι εδώ και πολύ καιρό προβαίνουν σε διάφορες καταγγελίες εναντίον μας, ο α’ εξ ημών έχοντας πλέον “απηυδίσει”, εκνευρίστηκε και απευθυνόμενος προς τον α1 εξ ημών έχοντας πλέον “απηυδίσει”, εκνευρίστηκε και απευθυνόμενος προς τον πατέρα του β1 εξ ημών), ο οποίος τον είχε στο παρελθόν πιέσει να προβεί στην ανοικοδόμηση του πατρικού οικοπέδου, του είπε “καλύτερα να έθαβες τα παιδιά σου παρά που με ανάγκασες να κτίσω αυτό το σπίτι”. Ο β’ εξ ημών, ο οποίος και αυτός ήταν σκασμένος από τις συνεχείς καταγγελίες των δύο πρώτων μηνηυομένων, του απάντησε “και εγώ μαζί σου στο χώμα”. Αυτό ήταν όλο και όλο το συμβάν, το, οποίο διημείφθη μεταξύ μας και φυσικά δεν αναφερόταν ούτε στις μηνυόμενες, ούτε στα παιδιά τους, ούτε και σε κάποιον τρίτο. Δεν ήταν άλλωστε δυνατόν ενώπιον των παρευρισκομένων αστυνομικών οργάνων να προβούμε σε οποιαδήποτε απειλή κατά των παιδιών των μηνηυομένων ή κάποιου τρίτου. Περιττό να αναφέρουμε επιπλέον, ότι ο χαρακτήρας μας δεν είναι καθόλου παραβατικός και φυσικά ουδέποτε να προβαίναμε σε απειλή οποιουδήποτε προσώπου, πόσο μάλλον των ανηλίκων τέκνων των δυο πρώτων μηνηυομένων.” και “Το γεγονός λοιπόν ότι ο κ.Γ. προσήλθε να ελέγξει τις οικοδομές των τριών πρώτων μηνυομένων δύο περίπου μήνες μετά τις καταγγελίες που υπέβαλε ο α εξ ημών, ας το θεωρήσουμε τυχαίο, ενόψει των εορτών των Χριστουγέννων και της πολλής δουλειάς που ενδεχομένως είχε η Πολεοδομία. Το γεγονός όμως ότι η β’ μηνυόμενη προέβη σε έγγραφη καταγγελία μία ημέρα πριν προσέλθει στη δική της οικοδομή η Πολεοδομία, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι τυχαίο. Προφανώς είχε ειδοποιηθεί από τον κ. Γ. και πήγε και κατέθεσε την καταγγελία εναντίον του α’ εξ ημών. Περαιτέρω υ κ. Γ. ξεκίνησε τον έλεγχο από την δική μας οικοδομή χωρίς καν να μας ειδοποιήσει ότι θα έρθει για τέτοιο έλεγχο. Ο κ. Γ. είναι όργανο της Πολεοδομίας, ήρθε για έλεγχο στις οικοδομές μας, κλήθηκε η αστυνομία, δίνοντας εξηγήσεις και ο δ’ μηνυόμενος μέσα στο κλίμα αυτό και στο κρύο, κατάλαβε και ερμήνευσε τη μεταξύ μας στιχομυθία και μετά από 9 μήνες θυμόταν τα πάντα με ακρίβεια και πήγε η ώρα 9 το βράδυ στην αστυνομία και κατέθεσε. Ο κ. Γ., ως όργανο της Πολεοδομίας, άπειρες φορές γίνεται μάρτυρας επεισοδίων την ώρα που κάνει τους πολεοδομικούς ελέγχους και διαπιστώνει παραβάσεις όμως ποτέ δεν πηγαίνει ο μάρτυρας για ιδιωτικές διαφορές, όπως κάνουν δηλαδή και όλα τα όργανα, όταν δε καλούνται να καταθέσουν ,αποφεύγουν την παράσταση στο Δικαστήριο καταθέτοντας ότι δεν θυμούνται. Ο δ’ μηνυόμενος στην δική μας περίπτωση είχε υπερβάλλοντα ζήλο, ο οποίος συνιστά δόλο να ψευδομαρτυρήσει, όπως και τελικά έκανε, έχοντας σκοπό προφανώς, λόγω κάποιας προσωπικής σχέσης που έχει με τους τρεις πρώτους μηνυόμενους, να τους ευνοήσει, βλάπτοντας μας”, όμως το περιεχόμενο της εν λόγω μήνυσης ήταν ψευδές και οι κατηγορούμενοι τελούσαν σε γνώση του ψεύδους τους καθόσον οι ως άνω μηνυόμενοι και νυν εγκαλούντες ουδέποτε διέπραξαν τα καταγγελθέντα αδικήματα, προέβησαν δε αυτοί στην υποβολή τους με σκοπό να προκαλέσουν την σε βάρος τους άσκηση ποινικής δίωξης για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις.
2. Στην …. την 11η Δεκεμβρίου 2011, ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Σ. και ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Γ., ισχυρίστηκαν εγγράφως ενώπιον τρίτων για κάποιους άλλους γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους, τα δε ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι ήταν ψευδή. Συγκεκριμένα κατέθεσαν την από 11-12-2011 μήνυση τους ενώπιον του Αστυνομικού Τμήματος … σε βάρος των ήδη εγκαλούντων Α. Μ., Α. Ε. Κ. Α. και Γ. Θ., το περιεχόμενο της οποίας αναλυτικά περιγράφεται στο υπό στοιχείο -1- του παρόντος. Πάντα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον στην πραγματικότητα ουδέποτε οι ως άνω εγκαλούντες διέπραξαν τα καταγγελθέντα αδικήματα, μπορούσαν δε να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, περιήλθαν δε σε γνώση τρίτων προσώπων και δη των αστυνομικών του Α.Τ. …, των Δικαστών, των Γραμματέων αυτών, του Δικαστικού Επιμελητή, των λοιπών παραγόντων της δίκης.
3. Στην …., και κατά τους κατωτέρω χρόνους, άπαντες οι κατηγορούμενοι ήτοι Μ. Σ., Μ. Γ. και Μ. Ε., εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα. Συγκεκριμένα:
α) ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Σ. και ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Γ. την 16 Μαρτίου 2012 κατέθεσαν ενόρκως, ψευδώς, επιβεβαιώνοντας ενόρκως την από 11-12-2011 μήνυση τους ενώπιον του Α.Τ. …, με το υπό στοιχείο -Α- αναφερόμενο περιεχόμενο και β) η τρίτη κατηγορούμενη Μ. Ε. την 16η Μαρτίου 2012 κατέθεσε ενόρκως ψευδώς ενώπιον του Πταισματοδίκη Αλεξανδρούπολης τα κάτωθι ψευδή “Ο άντρας μου πήγε στην οικοδομή και βρήκε τον Γ. από την Πολεοδομία, όπως μάθαμε έκτων υστέρων μέσα στο υπόγειο της οικοδομής. Αυτός μας έδειξε την αίτηση της γειτόνισσας, δεύτερης μηνυόμενης, την οποία σας εκθέτω. Στο άκουσμα αυτών ο γιος μου που εν τω μεταξύ είχε έρθει, αγανάκτησε και απευθυνόμενος προς τον πατέρα του του είπε “καλύτερα να έθαβες τα παιδιά σου παρά που με ανάγκασες να κτίσω αυτό το σπίτι”. Αυτό το είπε για τον ίδιο και την κόρη μου”. Όλα όμως τα παραπάνω, είναι ψευδή και αυτοί τελούσαν σε γνώσει του ψεύδους τους.
4. Στην …. την 16 Μαρτίου 2012, από κοινού ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Σ. και ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Γ., με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο εκμεταλλευόμενοι τη συγγενική τους σχέση με την Τρίτη των κατηγορουμένων την έπεισαν με πειθώ, φορτικότητα, να διαπράξει το πλημμέλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, καταθέτοντας ενόρκως και ισχυριζόμενη ενώπιον του Πταισματοδίκη Αλεξανδρούπολης τα όσα παραπάνω υπό στοιχείο 3 ψευδή, ανέφερε”. Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, το Τριμελές Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την κρίση ενοχής του αναιρεσείοντος για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμισης της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, σε βάρος των εγκαλούντων και ειδικότερα ως προς τον άμεσο δόλο αυτού, δηλαδή της γνώσης του. Ότι η επίμαχη μήνυση και τα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή τους. Πιο συγκεκριμένα, δεν διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει και με τα οποία να θεμελιώνεται υπαγωγικά και να αιτιολογείται ρητά και ειδικά η γνώση του αναιρεσείοντος ότι όσα γεγονότα περιέχονται στην έγκληση και την ένορκη κατάθεσή του όπως και σε αυτή της τρίτης κατηγορούμενης ήταν ψευδή. Ούτε αναφέρονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ως αυτονόητη και αναγκαία η γνώση των ψευδών γεγονότων . Ούτε, επίσης, διαλαμβάνεται σ’ αυτή ρητή και ευθεία παραδοχή ότι ο αναιρεσείων είχε προσωπική γνώση ή αντίληψη των αληθών γεγονότων ή ότι τα αληθή γεγονότα ήταν ενέργειες ή παραλείψεις του ίδιου ή περιστατικά που συνδέονται αναπόσπαστα με το πρόσωπο του , ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός , αφού είχε άμεση γνώση των αληθών γεγονότων, κατά λογική αναγκαιότητα, γνώριζε και ότι ήταν ψευδή όσα, κατά την κατηγορία, αντίθετα ή παραποιητικά των αληθών, περιέχονται στην έγκλησή του . Οι μόνες περικοπές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες περιέχονται (ανεπαρκείς) σκέψεις αιτιολογικές του δόλου του αναιρεσείοντος, είναι ότι αυτός τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των ψευδών γεγονότων. Πέραν των ανωτέρω, η ως άνω αιτιολογία, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και εκ του λόγου ότι, δεν αντιπαρατίθενται ως προς όλα τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην φερόμενη ως , ψευδή ένορκη κατάθεσή του αναιρεσείοντος , τα οποία το εφετείο δέχθηκε ως ψευδή στο σύνολο τους και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, ποιά ήταν τα αντιστοίχως αληθινά, τα οποία γνώριζε ο αναιρεσείων και εν επιγνώσει αυτών κατέθεσε τα αναφερόμενα ως άνω ψευδή γεγονότα. Επίσης, δεν αναφέρεται στο σκεπτικό ποια από τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην μήνυση του αναιρεσείοντος και αποτελούν περιεχόμενο του διατακτικού, συνιστούν γεγονότα και ποιά αξιολογικές κρίσεις (μη συνδεόμενες με γεγονότα) για τις οποίες έπρεπε να κηρυχθεί αθώος. Ενώ, τέλος, για όσα συνιστούν γεγονότα δεν περιλαμβάνει στο σκεπτικό της καμία κρίση εάν αυτά είναι ψευδή και σε καταφατική περίπτωση ποια είναι τα αληθή. Ενδεικτικά, σχετικά με το επίμαχο επεισόδιο (10-1-2011) με τους εγκαλούντες, που έλαβε χώρα στη διάρκεια του πολεοδομικού ελέγχου στην ανεγειρόμενη οικοδομή του αναιρεσείοντος, αναφέρεται στο σκεπτικό ότι ο αναιρεσείων, απευθυνόμενος προς τον παριστάμενο πατέρα του (συγκατηγορούμενο), του είπε τη φράση “μπαμπά σου ορκίζομαι στον εγγονό σου τον Γ. θα βάλω τα παιδιά σου δύο μέτρα κάτω από το χώμα, εγώ θα βγώ μετά από είκοσι χρόνια, αυτά όμως δεν θα βγουν ποτέ έξω, μ’ ακούς μπαμπά” και ότι εκείνος του απάντησε “και εγώ μαζί σου”, κάνοντας την κίνηση ότι φτυαρίζει το χώμα. Για το περιστατικό αυτό, η απόφαση δεν περιλαμβάνει κρίση αν είναι ψευδές και σε καταφατική περίπτωση ποιο είναι το αληθές. Επιπλέον ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση: α) ότι ήταν ψευδές πως το ίδιο προαναφερόμενο επεισόδιο δεν αναφερόταν στις εγκαλούσες, ούτε στα παιδιά τους ούτε σε κάποιον τρίτο”, δεν εκθέτει ποιο είναι το αληθές και β) ότι ήταν ψευδής η ένορκη κατάθεση της Ε. Μ., σε σχέση με το ότι η φράση που απηύθυνε ο αναιρεσείων στον πατέρα του “καλύτερα να θάψεις τα παιδιά σου, παρά που με ανάγκασες να κτίσω αυτό το σπίτι”, το είπε “για τον ίδιο και την κόρη της”, δεν εκθέτει σε ποιόν άλλο αναφερόταν η εν λόγω φράση. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης, αφού εξαιτίας των προεκτεθεισών ελλείψεων καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των προαναφερθέντων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι βάσιμοι.
III. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του Κ.Π.Δ., “αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ’ αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορούμενους….”. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκηθεί το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιοδήποτε λόγο απαράδεκτο, 2) οι προβλεπόμενοι από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπο του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, είτε δεν εδικαιούντο να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο (Ολ. Απ 1/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι με την τελευταία καταδικάστηκαν, εκτός από τον αναιρεσείοντα και οι 1) Γ. – Ζ. Μ. του Σ. (πατέρας του αναιρεσείοντος), για τις ίδιες πράξεις και 2) Ε. Μ. του Δ., (σύζυγος του αναιρεσείοντος) για την ίδια ψευδορκία μάρτυρα αμφότεροι, ο πρώτος δε για την ίδια συκοφαντική δυσφήμιση, οι οποίοι δεν άσκησαν αίτηση αναίρεσης. Με τα δεδομένα αυτά, το προαναφερθέν επωφελές αποτέλεσμα για τον αναιρεσείοντα, πρέπει να επεκταθεί (κατ’ άρθρο 469 Κ.Π.Δ.) , και στους παραπάνω συγκατηγορουμένους του, που καταδικάσθηκαν για τις ίδιες πιο πάνω πράξεις και να αναιρεθεί και ως προς αυτούς η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι οι λόγοι αναίρεσης που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα.
IV. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, κατά τους προαναφερθέντες βάσιμους λόγους (παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης ) , να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί , λόγω του κατά τα άνω επεκτατικού αποτελέσματος του ένδικου τούτου μέσου και ως προς τους μη ασκήσαντες αίτηση αναίρεσης προαναφερόμενους συγκατηγορούμενούς: του ιδίου, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 119/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης, ως προς τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο, Σ. Μ. του Γ. , κάτοικο ….
Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα της αναίρεσης και στους συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντος, 1) Γ. – Ζ. Μ. και 2) Ε. Μ. του Δ. ….
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

http://dikastis.blogspot.com/2020/05/18892019.html

To Top