Αριθμός 271/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ζαμπέτα Στράτα, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου και Σταυρούλα Κουσουλού-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ζαχαρία Κοκκινάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1. Γ. Γ. του Ι. και 2. Π. Γ. του Ν., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κακαρούνα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3165/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Α. Μ. του Γ., κάτοικο …, ο οποίος δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις υπ’ αρ. 11/21.2.2020 και 12/21.2.2020 αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 379/2020.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε Α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα μόνο: α) κατά τη διάταξη της περί επιβολής στους αναιρεσείοντες ποινής και β) κατά τις διατάξεις της περί επιβολής σ’ αυτούς της παρεπόμενης ποινής της στέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων, Β) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω (υπό στοιχείο Αα μέρος της για νέα ως προς αυτό συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου, από τους ίδιους δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, Γ) να απαλειφθεί από την ως άνω απόφαση η διάταξή της περί επιβολής στους αναιρεσείοντες της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων για ένα (1) έτος και Δ) να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση: 1) η υπ. αρ. 11/21-2-2020 αίτηση του Γ. Γ. Ι., κατοίκου … οδός … και 2) η υπ. αρ. 12/ 21-2-2020 αίτηση της Π. Γ. του Ν., κατοίκου … οδός … για αναίρεση της υπ. αρ. 3165/ 21-5-2019 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκαν ,σε δεύτερο βαθμό, ο μεν πρώτος για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα σε ποινή φυλάκισης ενός έτους ανασταλείσα επί τριετία, η δε δεύτερη για τα αδικήματα : 1) της ηθικής αυτουργίας στην ανωτέρω τελεσθείσα ψευδορκία μάρτυρα και 2) της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας για τα οποία αδικήματα της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης ενός έτους και δύο μηνών , ανασταλείσα επί τριετία, επίσης επιβλήθηκε σε αμφοτέρους η παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων επί ένα έτος. Η προσβαλλόμενη απόφαση, ωστόσο, κατά το μέρος που αφορά την ως άνω πράξη της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας τέθηκε στο αρχείο με πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 64 του Ν. 4689/2020. Συνεπεία τούτου, εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης μόνον καθό μέρος αυτές αφορούν τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτήν. Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν εμπροθέσμως και νομοτύπως στις 21-2-2020 με δήλωση των αναιρεσειόντων στην Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών συνταχθεισών σχετικών εκθέσεων, εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώριση [13-2-2020] καθαρογραμμένης της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, ήτοι κατά τις διατάξεις των άρθρων 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 εδ. α’ και 3 εδ. α’, 474 παρ.1 εδ. α’ και 4 ΚΠΔ. Ως εκ τούτου, είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων τους.
Σημειώνεται, ότι ο υποστηρίζων την κατηγορία Μ. Α. του Γ. , καθώς και ο αντίκλητος δικηγόρος του Ι. Α., που κλήθηκαν νομότυπα να παραστούν, στην παρούσα δίκη, όπως προκύπτει από τα από 11/10/2021 και 12/10/2021 αποδεικτικά επίδοσης της Επιμελήτριας Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Α. Σ. αντίστοιχα, που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας, δεν εμφανίστηκαν ούτε παραστάθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά την παρούσα δικάσιμο. Πλην, όμως, η συζήτηση, εφόσον εμφανίστηκαν οι αναιρεσείοντες, γίνεται σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 515 παρ. 2 α’ ΚΠΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, “έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης”. Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., “ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ” ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος”, ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Νόμο 2462/1997, “κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν”. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, “αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες, για τον κατηγορούμενο, διατάξεις”. Αναλόγου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο 460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσης τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ. Α.Π. 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες, για τον κατηγορούμενο, διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη, για τον κατηγορούμενο, ποινική μεταχείριση. Προς τούτο, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του ν. ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο “όλον”. Αν από την σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής ποινής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή, η οποία σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος μέχρι 30.6.2019 ΠΚ, οι οποίες ορίζουν ότι “1.Όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώσει του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια “, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται: α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέταση του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει. Στο περί ψευδούς κατάθεσης αντίστοιχο άρθρο του νέου ΠΚ (224 παρ. 1 ν. ΠΚ), στο οποίο έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 και 225 του προϊσχύσαντος ΠΚ για την ψευδορκία και την ψευδή ανώμοτη κατάθεση, που είναι επιεικέστερο ως προς την προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή, έναντι του προϊσχύσαντος για την ψευδορκία, αφού απειλείται πλέον για το εν λόγω πλημμέλημα ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο και ανώτατο όριο, ορίζεται, ότι “1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή”.
Επίσης, με το άρθρο 46 παρ. 1α’ του προϊσχύσαντος ΠΚ, που είναι ταυτόσημο κατά περιεχόμενο με το αντίστοιχο άρθρο του νέου ΠΚ (46 παρ. 1α ν. ΠΚ), ορίζεται για τον ηθικό αυτουργό, ότι “1. Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε”. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτέλεσης αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ, φορτικότητα ή προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητος και της θέσης του ή και της σχέσης του με τον φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ,όπως συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα, της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου, με το Ν. 4619/2019, καταργήθηκε από την 1-7-2019, η διάταξη του άρθρου 61 του προϊσχύσαντος ΠΚ που όριζε ότι: “Όταν ο δράστης καταδικάζεται σε φυλάκιση, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπει ειδικά ο νόμος, επιβάλλεται και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έως πέντε έτη αν: α) η ποινή που επιβλήθηκε είναι τουλάχιστον ενός έτους και β) η πράξη που έχει τελεσθεί φανερώνει από τα αίτια, το είδος, τον τρόπο εκτέλεσής της και όλες τις άλλες περιστάσεις ηθική διαστροφή του χαρακτήρα του δράστη ή συντρέχει περίπτωση του άρθρου 81 Α του ΠΚ”. Ομοίως, καταργήθηκε και η διάταξη του άρθρου 227 του ιδίου ως άνω Κώδικα, που όριζε ότι: “Στις περιπτώσεις των άρθρων 224 και 226 παρ. 1 επιβάλλεται στον υπαίτιο και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έως πέντε έτη”. Έτσι από τη σύγκριση των προαναφερθεισών διατάξεων, κατά την τυποποίησή τους στον παλαιό ΠΚ και στο νέο ΠΚ, και του συνόλου των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, προκύπτει, ότι οι διατάξεις του νέου ΠΚ είναι επιεικέστερες, οπότε είναι εφαρμοστέες, με βάση την αρχή της αναδρομικότητας της επιεικέστερης διάταξης από της τέλεσης της πράξης μέχρι της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης (ΑΠ 44/2021, ΑΠ 217/2020).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού (αιτιολογικού) με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατ’ άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα, η αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να επεκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση της αναφερόμενης αξιοποίνου πράξεως η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η σχετική με τα ψευδώς κατατεθέντα περιστατικά γνώση του δράστη θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη ως προς αυτό τούτο ως ψευδές γεγονός οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης, ως προς την ηθική αυτουργία, αρκεί η μνεία του τρόπου ή μέσου, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, την οποία αυτός τέλεσε, όπως παραινέσεων, προτροπών, πειθούς, φορτικότητας κλπ, με την έννοια της πειστικότητας, χωρίς να απαιτείται αναφορά και άλλων πραγματικών περιστατικών ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τί συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα κλπ, που χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 44/2021, ΑΠ 217/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 3165/21-5-2019 καταδικαστική απόφασή του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει, κατά το είδος τους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Ο εγκαλών δάνεισε την τρίτη κατηγορουμένη, το έτος 2009, με το ποσόν των 100.000 ευρώ, προκειμένου να προβεί αυτή στην αγορά γραφείων. Σημειωτέον ότι μεταξύ τους υπήρχε συνεργασία επαγγελματική, καθόσον σε προγενέστερο χρόνο της είχε παραχωρήσει το προσωπικό του χαρτοφυλάκιο που διατηρούσε ως ασφαλιστικός πράκτορας, έναντι της συμφωνηθείσας μεταξύ τους προμήθειας, για να το διαχειρίζεται αυτή (τρίτη κατηγορουμένη) μετά την συνταξιοδότησή του. Αρχικά, ο εγκαλών ελάμβανε ως προμήθεια το ποσόν των 2.500 ευρώ το μήνα και μετά, το 2010 έγινε νέα συμφωνία και η προμήθειά του συμφωνήθηκε στο ποσόν των 1.300 ευρώ το μήνα. Συμφωνία για εξόφληση του δανείου με μέρος της προμήθειας του εγκαλούντος δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων. Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, από τους οποίους …ο δεύτερος είναι σύζυγος αυτής (τρίτης κατηγορουμένης) κατέθεσαν, … ο δε δεύτερος στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση, στις 29-7-2015, αίτησης αναστολής εκτέλεσης που είχε καταθέσει η τρίτη κατηγορουμένη για την αναστολή εκτέλεσης της υπ’ αριθμόν 5922/2015 Διαταγής Πληρωμής που εξέδωσε εναντίον της ο εγκαλών για το δάνειο που της κατέβαλε και δεν είχε επιστραφεί, ότι το δάνειο είχε εξοφληθεί από την τρίτη κατηγορουμένη, σχεδόν στο σύνολο του μέχρι τις 31-12-2014. Ειδικότερα, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι κατέθεσαν ένορκα και οι καταθέσεις τους ( … στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του δεύτερου) χρησιμοποιήθηκαν στην ως άνω δίκη ασφαλιστικών μέτρων, ότι μεταξύ του εγκαλούντος και της τρίτης κατηγορουμένης είχε συμφωνηθεί ότι μέρος των προμηθειών του, τόσο αυτών που είχε λάβει έως και τον Οκτώβριο του 2010, όσο και αυτών που θα ελάμβανε μεταγενέστερα, θα καταλογίζονταν στο δάνειο, το οποίο έτσι εξοφλήθηκε. Όμως, το ανωτέρω κατατεθέν ήταν ψευδές, διότι τέτοια συμφωνία δεν έγινε, όπως ελέχθη ήδη. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, ως σύζυγος της τρίτης γνώριζε καλά και εξ ιδίας αντιλήψεως τη συναλλακτική της σχέση με τον εγκαλούντα και κατέθεσε το ανωτέρω ψευδές γεγονός, εν γνώσει τελών του ψεύδους αυτού, παρακινηθείς από τη σύζυγο του, τρίτη κατηγορουμένη, η οποία τον έπεισε με πειθώ και φορτικότητα, προκειμένου να επιτύχει ευνοϊκή έκβαση στη δίκη αναστολής εκτέλεσης της Διαταγής Πληρωμής και να αποφύγει την αποπληρωμή του δανείου των 100.000 ευρώ που είχε λάβει από τον εγκαλούντα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, κατά τα λοιπά, η τρίτη κατηγορουμένη και ο δεύτερος κατηγορούμενος όπως κατηγορούνται, να απορριφθεί δε το αίτημα λογιστικής πραγματογνωμοσύνης αφού από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα στο Δικαστήριο σχημάτισε πεποίθηση για τα κρίσιμα αποδεικτέα θέματα”.
Μετά ταύτα, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες, και δη τον μεν πρώτο εξ αυτών για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, την δε δεύτερη για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρα που τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος ,επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός [1] έτους στον καθέναν αντίστοιχα, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, καθώς και παρεπόμενη ποινή αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων επί ένα έτος, ως ακολούθως: “Β) ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 2°κατηγορούμενο Γ. Γ. του Ι. ένοχο του ότι: Στην Αθήνα, στον πιο κάτω χρόνο, ενόψει της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συζήτησης της από 19-05-2015, με αριθμό κατάθεσης 56475/639/2015 αίτησης αναστολής της τρίτης κατηγορούμενης, Π. Γ. του Ν., κατά της υπ’ αριθμ. 5922/2015 Διαταγής Πληρωμής που είχε εκδώσει ο ήδη εγκαλών, Α. Μ. του Γ. σε βάρος της, ο Γ. Γ. του Ι. ενώ εξεταζόταν ενόρκως, ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε, εν γνώσει του, ψέματα. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο, ο Γ. Γ., στις 29-07-2015, βεβαίωσε ενόρκως, εν γνώσει του ψευδώς, εξεταζόμενος ως μάρτυρας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι “…τον Οκτώβριο του έτους 2009 ο κ. Μ. δάνεισε την κ. Γ. για λογαριασμό της εταιρίας το ποσό των 100.000 Ευρώ… αρχές του έτους 2010 και δεδομένου ότι έπρεπε να εξοφληθεί και το δάνειο η κ. Γ. τον ενημέρωσε ότι το ποσό των 2.500 Ευρώ που ελάμβανε μηνιαίως από την εταιρία και αφορούσε προμήθειες χαρτοφυλακίου ήταν υπέρογκο και έπρεπε να συμφωνηθεί ότι μέρος αυτού θα αφορούσε και εξόφληση του δανείου, πράγμα στο οποίο εκείνος, εν τέλει συμφώνησε παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του…μεταξύ του κ. Μ. και της κας Γ. συμφωνήθηκε ότι τόσο από το ποσό που του είχε καταβληθεί ως προμήθεια μέχρι εκείνη τη στιγμή, όσο και από το ποσό που θα λάμβανε ως προμήθεια σε μεταγενέστερο χρόνο, ποσοστά 60% θα αφορούσε την εξόφληση του δανείου, συμφωνία η οποία θα ίσχυε μέχρι την αποπληρωμή του ποσού του δανείου… έτσι από το ποσό των 2.500 Ευρώ μηνιαίως που έλαβε για το χρονικό διάστημα από 01-09-2007 έως 31-10-2010 αλλά και από το ποσό των 1.300 Ευρώ μηνιαίως που έλαβε για το χρονικό διάστημα από 01-01-2011 έως 31-12-2014, ποσοστό 60% θα αφορούσε αποπληρωμή του δανείου…ειδικότερα βάσει της συμφωνίας αυτής, από το ποσό των 162.400 Ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό που του είχε καταβληθεί ως προμήθεια για το χρονικό διάστημα από 01- 09-2007 έως 31-12-2014, ποσοστό 60%, ήτοι ποσό 97.444 Ευρώ δόθηκε για την εξόφληση του δανείου…το δάνειο εξοφλήθηκε σχεδόν στο σύνολο του μέχρι την 31-12-2014…”, γεγονότα που γνώριζε ότι ήταν αναληθή, ενώ τα αληθή είναι ότι, ουδέποτε υπήρξαν προφορικές συνεννοήσεις μεταξύ της τρίτης κατηγορούμενης, Π. Γ. και του εγκαλούντος για την αποπληρωμή του δανείου που είχε λάβει αυτή από τον εγκαλούντα, ποσού 100.000 Ευρώ, μέσω των προμηθειών που ελάμβανε ο εγκαλών λόγω άλλης συναλλακτικής σχέσης τους (διαχείριση χαρτοφυλακίου) και ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ τους αναδρομικός συμψηφισμός δανείου με προμήθειες, αλλά το νομίμως δοθέν δάνειο ουδέποτε εξοφλήθηκε από την Π. Γ. και οφείλεται από αυτήν στον εγκαλούντα.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την 3η κατηγορούμενη Π.Γ. του Ν. ένοχη του ότι: Με πρόθεση προκάλεσε σε πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που διέπραξε. Συγκεκριμένα, στην Αθήνα, στις 29-7-2015, εκμεταλλευόμενη την συζυγική της σχέση με τον δεύτερο κατηγορούμενο, Γ. Γ., τον ώθησε, με πειθώ και φορτικότητα, να καταθέσει, γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή, τα παραπάνω, υπό στοιχείο Β αναφερόμενα γεγονότα”. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική κρίση της, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι , οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 5, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α’, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1α, 51, 53, 63, 65, 224 παρ. 2-1 και 227 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, ενόψει του χρόνου εκδόσεως της [21/5/2019], τις οποίες το άνω Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεση τους, η αναφορά τί προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού από αυτό δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Ειδικότερα, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα στοιχεία , ήτοι : 1) τα ψευδή περιστατικά που ενόρκως κατέθεσε ο κατηγορούμενος – αναιρεσείων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτ/κείου Αθηνών κατά την εκδίκαση στις 29/7/2015 της με αριθμό κατάθεσης 56475/639/2015 αιτήσεως αναστολής εκτέλεσης, την οποία άσκησε η κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα, κατά της με αρ. 5922/2015 διαταγής πληρωμής που εξέδωσε εναντίον της ο εγκαλών Α. Μ. προκειμένου αυτή να υποχρεωθεί να του καταβάλλει το ποσό των (100.000) ευρώ που της δάνεισε κατά το έτος 2009, και δη ότι αυτός (κατηγορούμενος) κατέθεσε ,εξεταζόμενος ενόρκως στο Μονομελές Πρωτ/κείο Αθηνών, ψευδώς ότι το ως άνω ποσό του δανείου είχε εξοφληθεί στον εγκαλούντα από την κατηγορούμενη- αναιρεσείουσα σύζυγο του σχεδόν στο σύνολο του μέχρι τις 31/12/2014, σε εκτέλεση συμφωνίας τους κατά την οποία μέρος των προμηθειών που ο εγκαλών είχε λάβει από την κατηγορούμενη έως τον Οκτώβριο του έτους 2010 όσο και αυτών που θα λάμβανε απ’ αυτήν μεταγενέστερα θα καταλογίζονταν στο ως άνω δάνειο για την αποπληρωμή του. 2) Τα αληθή περιστατικά που ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων γνώριζε και αντ’ αυτών κατέθεσε ενόρκως εξεταζόμενος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών τα ανωτέρω ψευδή, και δη ότι αυτός γνώριζε ότι δεν υπήρχε η ως άνω συμφωνία μεταξύ εγκαλούντος και κατηγορούμενης -αναιρεσείουσας για εξόφληση του ανωτέρω δανείου μέσω συμψηφισμού του με προμήθειες, και ότι τελικά δεν είχε γίνει εξόφληση του δανείου αυτού από την κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα έως τις 31/12/14. Ακόμη, αιτιολογείται και το υποκειμενικό στοιχείο του άμεσου δόλου του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου και συγκεκριμένα, η γνώση του περί της αναλήθειας των κατατεθέντων από αυτόν ενόρκως γεγονότων, τα οποία γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως, δεδομένης της συζυγικής σχέσεώς του με την κατηγορούμενη – αναιρεσείουσα, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι την απόφασή του αυτή (για ψευδορκία) την προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα η αναιρεσείουσα – κατηγορούμενη, που λόγω της συγγενικής τους σχέσης (σύζυγοι) είχε άμεση επίδραση στην προσωπικότητά του, προκειμένου αυτή να πετύχει ευνοϊκή έκβαση στην προαναφερθείσα δίκη αναστολής εκτέλεσης της εκδοθείσας σε βάρος της διαταγής πληρωμής έτσι ώστε να αποφύγει την αποπληρωμή του ανωτέρω δανείου που είχε λάβει από τον εγκαλούντα.
Συνεπώς, οι μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως αμφοτέρων των υπό κρίση αναιρέσεων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. , πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι εμπεριεχόμενοι, στους αναιρετικούς λόγους, ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, περί του ότι από τα στοιχεία της υπόθεσης δεν προκύπτει η εκ μέρους τους τέλεση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, καθώς και οι συναφείς διάσπαρτες αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος τους ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, καθόσον αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, δοθέντος ότι, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών αιτιάσεων, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, συντρέχει περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής, κατά τις διατάξεις των άρ. 2 παρ.1 ΠΚ και 511 εδάφ. δ’ του ΚΠΔ, των ακολούθων ευμενεστέρων για τους αναιρεσείοντες διατάξεων, εφόσον οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές, και δη : Α) της ευμενέστερης διάταξης του άρ. 224 παρ.1 του ν. ΠΚ, που προβλέπει ευνοϊκότερη μεταχείριση του κατηγορούμενου ως προς την ποινή και συνεπώς και για τον ηθικό αυτουργό στην πράξη αυτή, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ορίζονται μικρότερα όρια ποινής φυλάκισης, τόσο ελάχιστα όσο και ανώτερα. Β) των επιεικέστερων διατάξεων του ν. ΠΚ που δεν προβλέπουν πλέον ως παρεπόμενη ποινή αυτή της αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων (άρ.59 ν.ΠΚ), αφού καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρ. 61 και 227 παρ. 1 του πρ. ΠΚ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει: α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής κύριας ποινής στους αναιρεσείοντες και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής σ’ αυτούς της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων, β) να απαλειφθεί από την αναιρεθείσα απόφαση η διάταξη περί αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων, αφού δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας, ελλείψει αντικειμένου έρευνας κατά τούτο, και γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση ,κατά το μέρος που αφορά την επιβολή κύριας ποινής, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 του Κ.Π.Δ.). Τέλος, πρέπει να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την με αριθμό 3165/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών ως προς τις διατάξεις αυτής α) περί επιβολής κύριας ποινής στους αναιρεσείοντες για την πράξη της ψευδούς κατάθεσης και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτή αντιστοίχως και β) περί επιβολής στους αναιρεσείοντες της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά τις διατάξεις της περί επιβολής κύριας ποινής στους αναιρεσείοντες για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως.

ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ από την προσβαλλόμενη απόφαση τη διάταξή της περί επιβολής στους αναιρεσείοντες της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων επί ένα (1) έτος.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά, 1) την υπ. αρ. 11/21-2-2020 αίτηση του Γ. Γ. του Ι., και 2) την υπ.αρ. 12/21-2-2020 αίτηση της Π. Γ. του Ν., κατοίκων αμφοτέρων … οδός …, για αναίρεση της υπ. αρ. 3165/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2022.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

To Top