ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1403 / 2020 Κατά το άρθρο 473 ΚΠΔ Προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων

Αριθμός 1403/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα – Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ναυσικά Φράγκου, Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Πηνελόπη Παρτσαλίδου – Κομνηνού – Εισηγήτρια και Σταματική Μιχαλέτου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Παππαδά, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2020, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης Σ. Μ. του Γ., κατοίκου …, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10-9-2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 420/2020.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Παππαδάς, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, με αριθμό πρωτ. 137/6-7-2020 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: “Εισάγω κατ’ άρθρο 513 παρ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 476 παρ.1 εδ. α’ ΚΠΔ την με αριθμό 101/ 10-9-2019 αίτηση αναίρεσης της Σ. Μ. του Γ., κατοίκου …, κατά της υπ’ αριθμ. Α ΤΕΠ 3956/26-6-2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά το άρθρο 473 ΚΠΔ, το οποίο αναφλέγεται στην προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων (κατά λέξη) “… 1. Όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για την προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων. Για τον εισαγγελέα η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων είναι ενός μήνα από την έκδοση του βουλεύματος. “Σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης, που εκδόθηκε ερήμηντου κατηγορουμένου, χωρίς αυτός να έχει εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο του δικηγόρο ή να έχει κλητευθεί αυτοπροσώπως ή να έχει ενημερωθεί με άλλα μέσα κατά τρόπο ώστε να αποδεικνύεται ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης και με βάση την οποία εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, η απόφαση επιδίδεται εκ νέου στον κατηγορούμενο αμέσως μετά την σε εκτέλεση του εντάλματος παράδοσή του στις αρμόδιες ελληνικές αρχές, εκτός αν αυτή του επιδόθηκε ήδη αυτοπροσώπως ή έχει δηλωθεί ρητά από αυτόν η μη αμφισβήτησή της. Η νέα επίδοση αποτελεί την αφετηρία της ανωτέρω προθεσμίας άσκησης ενδίκων μέσων. Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της αρχικής και της νέας επίδοσης αναστέλλεται η προθεσμία παραγραφής του εγκλήματος, (τα μέσα σε “… ” πιο πάνω εδάφια προστέθηκαν στο τέλος της παρ.1 με το άρθρο 7 παρ.42 Ν.4637/2019,ΦΕΚ Α 180/18.11.2019). 2. Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο είναι είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 3. Η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί από τον κατηγορούμενο και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 4 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. 3. Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Ειδικά για τον κατηγορούμενο, ο οποίος αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης γνωστοποίησε με δήλωση του ιδίου ή του συνηγόρου, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά, τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει μετά τη σχετική ενημέρωση από τον γραμματέα του δικαστηρίου με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αναφορικά με την καταχώριση της απόφασης ως καθαρογραμμένης. Η καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο απαιτείται μόνο για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης και τυχόν μη καταχώριση δεν εμποδίζει την παραγραφή της ποινής. Στο ειδικό αυτό βιβλίο καταχωρίζονται καθαρογραμμένες και οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, που, όπως απαγγέλθηκαν, προσβάλλονται με έφεση, εφόσον, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, το ζητήσει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει και στην περίπτωση αυτή, από την ως άνω καταχώριση. 4. Οι παραπάνω προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων και αποφάσεων καθώς και για την άσκηση οιονεί ενδίκων μέσων και ενδίκων βοηθημάτων αναστέλλονται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου…..” (Βλέπ. και Ολ. Α.Π. 6/2002).
Εξ άλλου κατά συναγομένη από το άρθρο 255 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγο, εξαιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν. Δηλαδή οφείλει να διαλάβει στη δήλωση του για την άσκηση αναιρέσεως τον λόγο της ανωτέρα βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος και να εκθέσει τα περιστατικά που συνιστούν τους ανωτέρω λόγους με τα στοιχεία που τους αποδεικνύουν. Τέλος κατ’ άρθρο 513 παρ.1 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν η αναίρεση ασκήθηκε εκπροθέσμους, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει τη σχετική αίτηση ως απαράδεκτη.
Επίσης, κατά το άρθρο 476 ΚΠΔ “… 1 .Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή όταν τούτο ασκείται για δεύτερη φορά ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον συνήγορο αντίκλητο του, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητο του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του σαράντα οκτώ τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας ή του συμβουλίου με οποιοδήποτε μέσο (εγγράφως ή με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονική αλληλογραφία ή προφορικά ή τηλεφωνικά), η οποία αποδεικνύεται με σχετική βεβαίωσή του που επισυνάπτεται στη δικογραφία (η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 7 παρ.43 Ν. 4637/2019, – ΦΕΚ Α 180/18.11.2019). 2. Κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. 3. Αν το ένδικο μέσο κηρυχθεί απαράδεκτο, τα αποτελέσματά του παύουν αυτοδικαίως κατά το άρθρο 469….”.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα Σ. Μ. του Γ. άσκησε (την 10-9-2019) αναίρεση κατά της με αριθμό Α ΤΕΠ 3956/26-6-2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση της, κατά της υπ. αριθμ. 2031/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε την 26-6-2019 απούσης της εκκαλούσας κα νυν αναιρεσείουσας και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΙΊΔ, την 27-6-2019 (βλ. σχετική σημείωση στο σώμα της απόφασης). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 10-9-2019 ενώπιον του Γραμματέως του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών) αυτοπροσώπως από την ίδια την αναιρεσείουσα .
Επειδή, η προθεσμία για άσκηση αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο της γραμματείας του ποινικού δικαστηρίου (άρθρ. 473 § 3 ΚΠΔ.). Επειδή, η προθεσμία για αναίρεση είναι 10 ημέρες και εάν εκδοθεί (η προσβαλλομμένη) με απόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, αν αυτή έγινε μετά την άνω καταχώριση, από την τελευταία αυτή δε εάν η επίδοσή της προηγήθηκε (Α.Π. 1595/2008).
Επειδή, η εκπρόθεσμη αίτηση, χωρίς επίκληση, λόγου ανωτέρας βίας, με σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, απορρίπτεται ως απαράδεκτη – άρθρ. 476 § 1, 513 § 1 Κ.Π.Δ. (Βλέπ. ΑΠ. 1595/2008).
Επειδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση η επίδοση της ερήμην με αριθμό Α ΤΕΠ 3956/26-6-2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών έγινε την 11-7-2019 (Βλέπ. σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως στην δικογραφία) και η κρινομένη αναίρεση ασκήθηκε την 10-9-2019, ήτοι μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από το νόμο δεκαήμερης προθεσμίας.
Λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται κάποιο συγκεκριμένο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμό 101/10-9-2019 αίτηση αναίρεσης της Σ. Μ. του Γ., κατοίκου …, κατά της υπ’ αριθμ. Α ΤΕΠ 3956/26-6-2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα, σε βάρος της αναιρεσείουσας”.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΗΣ.
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 512 παρ.1 εδ. α’ και 476 παρ.1 εδ. α’ του ισχύοντος από 1-7-2020 νέου Κ.Π.Δ. (ν.4620/2019), όπως η παρ.1 του άρθρου 476 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 παρ.43 του ν.4637/2019, προκύπτει, ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που την άσκησε. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 και 474 παρ.1, 2 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι η προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης κατά οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, από τον κατηγορούμενο, αν έχει γνωστή διαμονή στην ημεδαπή και είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι πάντοτε εικοσαήμερη, είτε ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σ’ εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται, είτε ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς να αρχίζει η εν λόγω προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της τελεσίδικης καθαρογραμμένης απόφασης στο, κατά το άρθρο 473 παρ.3 Κ.Π.Δ., ειδικό βιβλίο. Όταν, όμως, ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της προσβαλλόμενης απόφασης, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αίτησης για αναίρεση αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης (παρ.1 άρθρου 473 Κ.Π.Δ.), ενώ η εν λόγω προθεσμία αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου (παρ.4 άρθρου 473 Κ.Π.Δ.). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 474 παρ.4 του νέου Κ.Π.Δ., εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο, κατά τη συναγόμενη από το άρθρο 255 Α.Κ. γενική αρχή του δικαίου, ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο και συγχρόνως, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Αν δεν διαλάβει τέτοια περιστατικά στην έκθεση ή αν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, κατά το άρθρο 476 παρ.1 νέου Κ.Π.Δ. και ο αναιρεσείων καταδικάζεται, κατά το άρθρο 578 παρ.1 νέου Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της ασκηθείσας αναίρεσης, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. Α ΤΕΠ 3956/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, απούσης της αναιρεσείουσας, απορρίφθηκε η έφεσή της κατά της υπ’ αριθμ. ΓΤ 2031/5-6- 2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ενώ η απόφαση αυτή καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 Κ.Π.Δ. στις 27-6- 2019, όπως προκύπτει από την οικεία υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα στο σώμα της και επιπλέον, λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας επιδόθηκε σ’ αυτήν στις 11-7-2019 (βλ. σχετικό αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ. Τ. Γ. του Α.Τ. Σπάτων – Αρτέμιδας), το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση στις 10-9-2019 (άρθρο 474 παρ.1 εδ.α’ Κ.Π.Δ.). Ήτοι, η δήλωση αναίρεσης ασκήθηκε εκπρόθεσμα μετά την πάροδο της εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που επιδόθηκε η ερήμην απόφαση (11-7-2019), αναστελλομένου του χρονικού διαστήματος μηνός Αυγούστου 2019, υπόψη ότι ουδεμία γίνεται επίκληση περιστατικού που να συνιστά ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα της ασκούσας το ένδικο μέσο. Συνακόλουθα προς τα παραπάνω και εφόσον ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ειδοποίησε τον αναιρεσείουσα να προσέλθει στο παρόν Συμβούλιο κατά την ορισθείσα παραπάνω δικάσιμο για να εκθέσει τις απόψεις της, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ.(βλ. από 5-8-2020 αποδεικτικό του Αρχ. Α.Τ. Σπάτων – Αρτέμιδος Τ. Γ. και από 8-9-2020 αποδεικτικό του Επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Χ. Λ. προς τον αντίκλητο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Γεώργιο Αδαμόπουλο, κάτοικο …, η αναιρεσείουσα δεν παρέστη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορριπτέα και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 578 παρ.1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με ημερομηνία έκθεσης 10-9-2019 δήλωση αναίρεσης της Μ. Σ. του Γ. κατά της υπ’ αριθμ. Α ΤΕΠ 3956/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2020.
ΕΚΔΟΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

To Top