«…

Με τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο απήντησε ειδικά και αιτιολογημένα στον υποβληθέντα από τον 2ο αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο ως άνω αρνητικό της κατηγορίας (και όχι αυτοτελή) ισχυρισμό, με τον οποίο επικαλέστηκε ότι τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της πράξεως της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες δεν είναι διαφορετικά από εκείνα των βασικών αδικημάτων της απάτης και της πλαστογραφίας. Επίσης, με τις ανωτέρω παραδοχές του (το Δικαστήριο) δεν υπέπεσε σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των αρ. 2 παρ.2 εδ. γ’, δ’, 3 εδ. κ’ 4 παρ.1, 45 παρ.1 v. 3691/08, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις άνω διατάξεις. Ειδικότερα, οι ως άνω πράξεις της απλής συνέργειας σε κακουργηματική πλαστογραφία και κακουργηματική απάτη συρρέουν αληθώς με το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων, καθόσον δεν συμπίπτουν τα στοιχεία των δύο τούτων εγκλημάτων, αφού η πρώτη (απλή συνέργεια στις ως άνω πράξεις) συνίσταται, κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, στην παροχή συνδρομής πριν ή κατά την τέλεση των ως άνω πράξεων, ενώ στην περίπτωση της νομιμοποιήσεως το εγκληματικό προϊόν από τη διάπραξη του βασικού εγκλήματος μετατρέπεται ακολούθως μέσα από την διαδικασία χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού τομέα, και φαίνεται να περιέρχεται σε κατάσταση νόμιμη, στοιχείο που διαφοροποιεί σαφώς τα δύο πιο πάνω εγκλήματα. Ειδικότερα, σύμφωνα με το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης οι συγκεκριμένες ενέργειες που αποδίδονται στον 2ο κατηγορούμενο – αναιρεσείοντα και στοιχειοθετούν την απλή συνέργεια αυτού, είναι το άνοιγμα τον Ιούνιο του 2005 των πέντε επ’ ονόματί του τραπεζικών λογαριασμών στις τράπεζες ΑΛΦΑ, EUROBANK. ΕΘΝΙΚΗ. ΕΜΠΟΡΙΚΗ και ΠΕΙΡΑΙΩΣ και οι διαβεβαιώσεις του προς την σύζυγό του – 1η κατηγορουμένη, ότι θα προέβαινε o ίδιος στις απαιτούμενες αναλήψεις από τους άνω λογαριασμούς των εγκληματικών εσόδων που αυτή σταδιακά επρόκειτο να καταθέτει και θα της τα παρέδιδε, ενώ οι συγκεκριμένες ενέργειες που αποδίδονται στον ίδιο (2ο κατηγορούμενο – αναιρεσείοντα) και στοιχειοθετούν την νομιμοποίηση εσόδων είναι οι εν γνώσει του αναλήψεις των εγκληματικών εσόδων, που είχε ήδη καταθέσει η σύζυγός του – 1η κατηγορουμένη στους άνω τραπεζικούς λογαριασμούς. Έτσι, τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απλής συνέργειας σε κακουργηματική πλαστογραφία κατ’ εξακολούθηση και κακουργηματική απάτη κατ’ εξακολούθηση είναι σαφώς διακριτά και διαφορετικά από τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτή η εσφαλμένη άποψη, ότι συντρέχει κατ’ ιδέαν συρροή μεταξύ των εγκλημάτων σκοπού της πλαστογραφίας και της απάτης αφενός και της νομιμοποίησης εσόδων αφετέρου, με συνέπεια βεβαίως να θεωρείται κατ’ άρ. 94 παρ.2 ΠΚ , ότι όλα τα εγκλήματα τελέστηκαν με μία πράξη και ως εκ τούτου, λόγω του μη διακριτού αυτών (όπως απαιτεί το άρ. 45 παρ.1 εδ. ε’ του ν. 3691/2008) να πρέπει να εκδοθεί απαλλακτική απόφαση για την νομιμοποίηση εσόδων, εν τούτοις η ουσιαστική αποπεράτωση της κατ’ εξακολούθηση πλαστογραφίας και απάτης επερχόταν κατά τα ανωτέρω με την επίτευξη του περιουσιακού οφέλους, δηλ. στην συγκεκριμένη περίπτωση με την μεταφορά από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της  «…Α.Ε.» και την κατάθεση στους τραπεζικούς λογαριασμούς του 2ου αναιρεσείοντα του συγκεκριμένου κάθε φορά εγκληματικού εσόδου. Έτσι, στην συγκεκριμένη περίπτωση η τέλεση της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα επακολουθεί και συντελείται σαφώς διακριτά μετά την άνω ουσιαστική αποπεράτωση της πλαστογραφίας και της απάτης, δηλ. με την ανάληψη των κατατεθέντων εγκληματικών εσόδων από τους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς του 2ου αναιρεσείοντα. Συνεπώς, οι ανωτέρω 4ος, 5ος καθώς και ο 7ος λόγοι αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του Ν.3691/2008 είναι αβάσιμοι.