Τα δικαστήρια σε υποθέσεις επικοινωνίας, επιμέλειας και ενδοοικογενειακής βίας πρέπει να διεξάγουν ενδελεχή έρευνα με στόχο το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών

ΑΠΟΦΑΣΗ

Luca κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας (αρ. προσ. 55351/17) και Bîzdîga κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας (αρ. προσφ. 15646/18)της 17.10.23

Bλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η προσφεύγουσαLukaισχυρίστηκε ότι οι αρχές δεν κατάφεραν να την προστατέψουν από ενδοοικογενειακή βία, η οποία σε μια περίπτωση είχε οδηγήσει σε νοσηλεία οκτώ ημερών και  να τη βοηθήσουν να διατηρήσει τη σχέση της με τα παιδιά της όταν είχαν κινηθεί διαδικασίες ενδοοικογενειακής βίας και αυτά είχαν φύγει για να ζήσουν με τον πατέρα τους.

Ο προσφεύγωνBizdigaπαραπονέθηκε για περιορισμούς στο δικαίωμά του επικοινωνίας με το παιδί του και την αδυναμία του να αποκτήσει την επιμέλεια. Τα δικαστήρια είχαν παραχωρήσει την επιμέλεια στη μητέρα του παιδιού και παρά τις νέες συνθήκες που διενέργησαν στην υπόθεση, ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να λάβει δικαστική απόφαση σχετικά με το αίτημά του να αλλάξει αυτό.

Επιπλέον, η αρχή προστασίας των παιδιών είχε εκδώσει πρόγραμμα επικοινωνίας, το οποίο ο προσφεύγωνθεώρησε δυσανάλογα περιορισμένο. Ενώπιον του Δικαστηρίου, αποκαλύφθηκε ότι ο περιορισμός της επικοινωνίας οφείλονταν σε προηγούμενους ισχυρισμούς για ενδοοικογενειακή κακοποίηση εναντίον του.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε στην περίπτωση της Lucaότι οι αρχές α) δεν είχαν ενεργήσει επαρκώς για να βοηθήσουν να διατηρηθεί η επικοινωνία με τα παιδία της, β) ότι  απέτυχαν να διερευνήσουν τους ισχυρισμούς της για ενδοοικογενειακή βία και γ) ότι δεν το είχαν πράξει λόγω της προκατάληψης για τις γυναίκες στην κατάστασή της.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε στην υπόθεση Bîzdîga ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με το δικαίωμα επικοινωνίας  δεν ήταν δίκαιη και ότι απορρίπτοντας το αίτημά του, του είχαν αρνηθεί την πρόσβαση σε δικαστήριο  καθώς ήρθαν στο φως νέα στοιχεία.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα ότι και στις δύο περιπτώσεις παραβιάστηκε το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής(άρθρου 8), στην περίπτωση δε της Luca,ότι παραβιάστηκε  και τα άρθρα 3 (απαγόρευση απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης) και14 (απαγόρευση των διακρίσεων) σε συνδυασμό με το άρθρο 3, και στην περίπτωση του Bîzdîgaότι παραβιάστηκε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη(άρθρο 6).

Το Δικαστήριο επιδίκασε στην προσφεύγουσα 14.250 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.840 ευρώ για έξοδα, στον δε  προσφεύγοντα 5.900 ευρώ για ηθική βλάβη και  3.500 ευρώ για έξοδα.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3,

Άρθρο 8,

Άρθρο 14

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, LiliaLuca και VadimBîzdîga, είναι Μολδαβοί υπήκοοι οι οποίοι γεννήθηκαν το 1978 και 1989 και ζουν στο Κισινάου και στην Τρίνκα αντίστοιχα.

Η υπόθεση Luca

Η προσφεύγουσα απέκτησε δύο παιδιά με τον A.I. το 2006 στην Ιταλία. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα από το 2015 περίπου, μετά την επιστροφή τους στην Μολδαβία, ο Α.Ι. την υπέβαλε σε πολλά περιστατικά σωματικής, λεκτικής και συναισθηματικής κακοποίησης.

Τον Αύγουστο του 2016 εκδόθηκε απόφαση για προστασία της ίδιας και των παιδιών, σύμφωνα με το οποίο ο Α.Ι. έπρεπε να απέχει από κάθε επαφή μαζί τους. Αργότερα η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε στην αστυνομία ότι ο Α.Ι. είχε παραβιάσει τους όρους. Δεν κινήθηκε ποινική έρευνα. Όταν ζήτησε παράταση της απόφασης για προστασία η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε   ότι οΑ.Ι. είχε διακόψει την παροχή νερού στο σπίτι της αλλά  τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν την αίτηση. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς ο A.I. επιτέθηκε στην προσφεύγουσα προκαλώντας μώλωπες σε όλο το σώμα της και στο κεφάλι. Απορρίφθηκε και πάλι η αίτησή της για απόφασηπερί προστασίας. Κατόπιν έφεσης, το Εφετείο του Κισινάου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε υποστεί σωματική ή ψυχολογική βία.

Εν τω μεταξύ, τον Ιούλιο του 2016, η προσφεύγουσα υπέβαλε έγκληση κατά του A.I. για σωματική κακοποίηση. Του επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο από την αστυνομία, αλλά δεν ξεκίνησε καμία έρευνα.  Έρευνες για άλλες δύο καταγγελίες σε βάρος του Α.Ι. από την προσφεύγουσα– συμπεριλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας – άνοιξαν σε μεταγενέστερο στάδιο, με τον A.I τελικά να καταδικάζεται και να του επιβάλλεται φυλάκιση με αναστολήποινής και καταδίκησε καταβολή αποζημίωσης.

Τον Αύγουστο του 2016 τα παιδιά της προσφεύγουσας μετακόμισαν με τον A.I. και η επικοινωνία με τα παιδιά της σταμάτησε. Ζήτησε βοήθεια, αλλά η αρχή προστασίας των παιδιών αρνήθηκε να εκδώσει πρόγραμμα επικοινωνίας. Προσέφυγε στα δικαστήρια και εκδόθηκε απόφαση περί επικοινωνίας αλλά ο A.I. αρνήθηκε να το τηρήσει.Τελικά χώρισαν τον Μάρτιο του 2022.

Η υπόθεση  Bizdîga κατά Μολδαβίας

Το 2015 ο προσφεύγων απέκτησε ένα παιδί με την τότε σύζυγό του C. Ωστόσο, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους η C. εγκατέλειψε την οικία μαζί με το παιδί. Τον Μάρτιο του 2016 εκδόθηκε απόφαση προστασίας κατά του προσφεύγοντος λόγω πολλών περιστατικώνψυχολογικής βίας κατά της C. Χώρισαν τον Ιούνιο του ίδιου έτους, με την επιμέλεια του παιδιού να χορηγείται στην C.

Ο προσφεύγων ζήτησε να του χορηγηθεί επικοινωνία με το παιδί του, ισχυριζόμενος ότι η C. και η οικογένειά της τον εμπόδιζαν να συναντήσει το παιδί του. Το Τμήμα Παιδικής Προστασίας του Hânceşti ενέκρινε ένα πρόγραμμα επικοινωνίας δύο ωρών την εβδομάδα στο σπίτι του παιδιού. Σε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, αποκαλύφθηκε ότι, παρά την απουσία στο κείμενό της οποιασδήποτε αναφοράς στις καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία, η απόφαση έλαβε υπόψιν τις καταγγελίες κατά του προσφεύγοντος για ενδοοικογενειακή βία, μια προηγουμένως εκδοθείσα απόφαση περί προστασίας και την ψυχολογική αξιολόγηση της C. που δήλωσε ότι είχε υποστεί τραύμα από σωματική και ψυχολογική βία.

Η επικοινωνία  επεκτάθηκεμέσω δευτεροβάθμιας απόφασης σε τέσσερις ώρες την εβδομάδα. Τον Νοέμβριο του 2016 ο προσφεύγων κίνησε διαδικασίες για περισσότερες ώρες επικοινωνίας ενώπιον των δικαστηρίων, χωρίς επιτυχία σε τρία επίπεδα δικαιοδοσίας. Μετά από πολλά περιστατικά στα οποία δεν μπορούσε να δει το παιδί του, παραπονέθηκε στις αρχές παιδικής προστασίας. Τον Δεκέμβριο του 2017 ζήτησε ανεπιτυχώς αλλαγή της επιμέλειας ενώπιον των εθνικώνδικαστηρίων.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 8 ( Luca και Bîzdîga)

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι παρόλο που το άρθρο 8 δεν περιέχει ρητές διαδικαστικές απαιτήσεις, η διαδικασία λήψης αποφάσεων έπρεπε να είναι δίκαιη και να σέβεται τα συμφέροντα των μερών, συμπεριλαμβανομένων των γονέων. Τα εθνικά δικαστήρια, γενικά, έπρεπε να διεξάγουν μια σε βάθος εξέταση του συνόλου της οικογενειακής κατάστασης, ιδιαίτερα τους πραγματικούς, συναισθηματικούς, ψυχολογικούς, υλικούς και ιατρικούς παράγοντες και να προβούν σε μια ισορροπημένη εκτίμηση των εκάστοτε συμφερόντων του κάθε ατόμου με διαρκή μέριμναγια τον καθορισμό ποια θα ήταν η καλύτερη λύση για το παιδί.

Στην υπόθεση της Luca, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η υποχρέωση των αρχών σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν όχι να επιβάλλουν αποτελέσματα όσον αφορά τις οικογενειακές σχέσεις, αλλά να χρησιμοποιούν τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους για να βοηθήσουν τη διαδικασία και να διατηρηθεί η επικοινωνία  γονέα-παιδιού. Εδώ, οι Μολδαβικές αρχές δεν κατάφεραν να λάβουν υπόψιν την ενδοοικογενειακή βία που είχε υποστεί ως μέρος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων καιείχαν επίσης αποτύχει να ενεργήσουν εγκαίρως για να διασφαλίσουν ότι θα μπορούσε να διατηρηθεί η επικοινωνία με τα παιδιά της, οδηγώντας σε παραβίαση του άρθρου 8.

Στην υπόθεσηBîzdîga, το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων η οποία οδήγησε σε περιορισμούς στα δικαιώματα επικοινωνίας του ήταν λογική, δίκαιη και επαρκώς πρόσφορη. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι το υποτιθέμενο ιστορικό ενδοοικογενειακής βίας αποτελούσε σημαντικό και υποχρεωτικό παράγοντα κατά την αξιολόγηση των εγχώριων αρχών όταν αποφασίζουν για την επικοινωνία.  Ωστόσο, οι εγχώριες αποφάσεις δεν φαίνεται να έχουν λάβει υπόψη αυτόν τον παράγοντα και, ως εκ τούτου, δεν έδωσαν στον προσφεύγοντα μια δίκαιη ευκαιρία να υποστηρίξει την υπόθεσή του. Συνολικά, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8.

Άρθρο 3 και άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 (Luca)

Σημειώνοντας, ειδικότερα, τη σωματική βία που είχε υποστεί η προσφεύγουσα και τον ψυχολογικό αντίκτυπο, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κακομεταχείρισή της ήταν αρκετά σοβαρή ώστε να κινηθεί ποινική δίωξη από τις αρχές.

Το Δικαστήριο βεβαιώθηκε ότι η νομοθεσία της Μολδαβίας προέβλεπε τη δίωξη φερόμενων κακοποιητών. Ωστόσο, οι αρχές δεν είχαν προβεί σε προληπτική αξιολόγηση του κινδύνου που φέρεται να υπεβλήθηκε η προσφεύγουσα. Ειδικότερα, το Δικαστήριο σημείωσε την παράλειψη έκδοσης αποάσεων προστασίας με το σκεπτικό ότι ο Α.Ι. δεν είχε καταδικαστεί σε τελεσίδικη απόφαση. Επιπλέον το δικαστήριο εκτίμησε πως η ψυχολογική βία ήταν εκτός του πεδίου των διαδικασιών ενδοοικογενειακής βίας και ενώ διαπίστωσε και την ασυμφωνία μεταξύ των εθνικών αποφάσεων των δικαστηρίων στις αστικές και ποινικές διαδικασίες. Συνολικά, δεν υπήρχε επαρκής προληπτική απάντηση στις καταγγελίες της προσφεύγουσας για ενδοοικογενειακή βία.

Το κράτος είχε επίσης καθήκον να διερευνήσει επαρκώς τυχόν ισχυρισμούς για ενδοοικογενειακή βία από την προσφεύγουσα. Σε αυτό οι αρχές είχαν επίσης αποτύχει. Είχαν απορρίψει τους αξιόπιστους ισχυρισμούς της περί ψυχολογικής και σωματικής βίας το 2016, και δεν εξασφάλισαν την έγκαιρη δίωξη.

Συνολικά υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 λόγω και της αποτυχίας προστασίας της προσφεύγουσας από πράξεις ενδοοικογενειακής βίας και της αποτυχίας να διερευνήσουν οι αρχές επαρκώς τους ισχυρισμούς της.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι αποτυχίες στη μεταχείριση της προσφεύγουσας από τις αρχές δεν ήταν μεμονωμένες, αλλά αντίθετα αντανακλούσαν μια μεροληπτική στάση απέναντι στην προσφεύγουσα ως γυναίκα. Σημείωσε, ειδικότερα, τη γλώσσα που χρησιμοποίησαν οι αρχές σε αυτή την περίπτωση, η οποία φαινόταν να αντικατοπτρίζει στερεότυπα και μύθους γύρω από τις γυναίκες που «καταχρώνται το σύστημα».

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε επίσης παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 3.

Άρθρο 6 (Bîzdîga)

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι όλοι οι διάδικοι θα πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικό ένδικο μέσο που να τους επιτρέπει να διεκδικούν τα αστικά δικαιώματατους. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι στην προκειμένη περίπτωση τα δικαστήρια της Μολδαβίας δεν είχαν πραγματικά εξετάσει το παραδεκτό της προσφυγής του προσφεύγοντος ενώπιόν τους, και στη συνέχεια δεν αιτιολόγησαντην απόρριψής της. Με αυτόν τον τρόπο του στέρησαν τη δυνατότητα να υποστηρίξει το αίτημα επιμέλειας, όταν νέα στοιχεία ήρθαν στο φως. Συνεπώς, ο προσφεύγων υπέστη δυσανάλογο περιορισμό σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασής του σε δικαστήριο, κατά παράβαση του άρθρου 6 § 1.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο επιδίκασε στην προσφεύγουσα 14.250 ευρώ για ηθική βλάβη και3.840 ευρώ για έξοδα.Αντίστοιχα επιδίκασε στον προσφεύγοντα 5.900 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.500 ευρώ για έξοδα(επιμέλεια: echrcaselaw.com).

To Top