ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ1437 / 2022 Παθητική δωροδοκία Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του υπαλλήλου, ότι απαιτεί ή δέχεται τα ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών για ενέργεια ή παράλειψή του σχετιζόμενη με τα καθήκοντά του και θέληση αυτού να πράξει τούτο.

Αριθμός 1437/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παρασκευή Τσούμαρη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Αυγέρη, Ασπασία Μεσσηνιάτη – Γρυπάρη, Παναγιώτη Βενιζελέα και Σωκράτη Πλαστήρα – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης Χ. Κ. του Μ., κατοίκου … η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Γεωργακόπουλο, για αναίρεση της υπ’αριθ. 223/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Με υποστηρίζον την κατηγορία το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία “Γ.Ν.Ν. ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ-Γ.Ν.Δ.Α. Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ” το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Σημαντήρη.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ’αριθ.πρωτ. 4901/1.6.2022 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 590/2022.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 1-6-2022, αίτηση της Κ. Χ. του Μ., κατοίκου … για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 223/2022 καταδικαστικής σε βάρος της απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση της αιτούσας στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρα, 466 παρ.1, και 474 παρ. 2Α, 4 ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα, διότι ασκήθηκε στις 1-6-2022, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση, καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο στις 18-5-2022, ασκήθηκε δε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον πρόσωπο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης( άρθρα 462, 464, 466, 474 παρ.1, 4, 501 παρ. 1, 504 παρ.1). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ` αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει με ποινή ακυρότητας, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί το δικαίωμα αυτού από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ να πληροφορηθεί την κατηγορία που του αποδίδεται και να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ο καθορισμός της πράξης είναι ακριβής, όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη σ` αυτό ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την απειλούμενη ποινή, χωρίς, όμως, να απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα, ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, δεν ταυτίζεται. Ως άρθρο του ποινικού νόμου, που πρέπει να αναφέρεται, με ποινή ακυρότητας, στο κλητήριο θέσπισμα νοείται μόνο η διάταξη που προβλέπει την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, δηλαδή η ειδική ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το συγκεκριμένο έγκλημα και καθορίζει αφηρημένα, ως άμεση και κύρια έννομη συνέπεια της συνδρομής των όρων του πραγματικού της, την ποινή που επισύρει η τέλεση της πράξης, σε απλή ή διακεκριμένη μορφή, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια και βεβαιότητα η ταυτότητα και η νομική φύση και διαβάθμισή της ως πλημμεληματικής ή κακουργηματικής με τυχόν επιβαρυντικές περιστάσεις τέλεσής της (ΑΠ 100/2021, ΑΠ 359/2020). Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει και στο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α` και β` της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο με υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 Σ.), το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα που εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια τη φύση και τον λόγο της σε βάρος του κατηγορίας και β) να διαθέτει τον χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Διαφορετικά, αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει αυτά τα στοιχεία, είναι άκυρο, κατά το άρθρο 321 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ. και οι σχετικές ελλείψεις αποδεικνύονται από το αντίτυπο που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το αντίτυπο που επισυνάπτεται στη δικογραφία και, σε περίπτωση έλλειψής τους, από το αποδεικτικό επίδοσης (άρθρο 321 παρ. 5 Κ.Ποιν.Δ.) ενώ, αν υπάρχει αντίθεση μεταξύ του αντιτύπου που επιδόθηκε (ή της δικογραφίας) και του αποδεικτικού επίδοσης, υπερισχύει το πρώτο. Η ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία αφορά πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας στο ακροατήριο και είναι σχετική, πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ και ήδη 174 παρ.2 νέου ΚΠοινΔ, να προταθεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για την κατηγορία σε τελευταίο βαθμό, πριν αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατά το άρθρο 174 παρ. 1 και ήδη 175 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ. Ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται, αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλει εναντίωση στην πρόοδό της, προτείνοντας την ακυρότητα (ΑΠ 359/2020). Αν ο κατηγορούμενος δεν παραστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία συνεπιφέρει αναγκαίως ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και της καταδικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί (άρθρο 175 και ήδη 176 παρ.2 του Κ.Ποιν.Δ.), δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ειδικό λόγο έφεσης κατά της σχετικής εκκλητής απόφασης. (ΑΠ 100/2021, ΑΠ 1122/2020). Επίσης, αν η ακυρότητα προταθεί έγκαιρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην εφετειακή δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρησή του στην πρόοδο της διαδικασίας με σχετικό λόγο έφεσης (άρθρο 173 παρ. 1 εδ. β` περ. β` και ήδη 174 παρ.2 εδ.γ` του Κ.Ποιν.Δ.). Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός πριν ο εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει η εξέταση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 359/2020).
Συνεπώς αν ο ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, προβάλλεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από κατηγορούμενο που είχε παραστεί στην πρωτοβάθμια δίκη ή προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης, τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, ούτε θεμελιώνεται λόγος για έλλειψη ακρόασης (ΑΠ 1122/2020, ΑΠ 359/2020, ΑΠ 1027/2016, ΑΠ 1264/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Κ.Ποιν.Δ., ήδη δε, όπως συνάγεται από το άρθρ. 468 παρ.2 του νέου ΚΠοινΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, που πλήττονται με τους λόγους της έφεσης (ΑΠ 359/2020, ΑΠ 1122/2020). Αν η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβληθεί με παραδεκτό και ορισμένο λόγο έφεσης και το δικαστήριο δεν απαντήσει, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β` του νέου Κ.Ποιν.Δ. για έλλειψη ακρόασης που δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα (κατ`άρθρ. 171 παρ.2 του ίδιου Κώδικα) και σχετική ακυρότητα της διαδικασίας, ενώ, αν απορρίψει αναιτιολόγητα τη σχετική ένσταση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κ.Ποιν.Δ., για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 359/2020, ΑΠ1122/2020). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη, με αριθμ. 223/2022 απόφασή του, καταδίκασε την κατηγορούμενη – αναιρεσείουσα, σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών για την πράξη της δωροληψίας υπαλλήλου, ενώ έπρεπε να κάνει δεκτή την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, για το ότι δεν παρατίθεται σ’ αυτό το άρθρο 263 Α του ΠΚ και β) ακυρότητα προδικασίας, λόγω διενέργειας προανάκρισης, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 243 παρ. 2 (προϊσχύσαντος) ΚΠΔ. Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης 223/2022 δευτεροβάθμιας απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς και των οικείων πρακτικών, σε συνδυασμό με την πρωτόδικη 4418/2018 απόφαση και τα σχετικά πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, καθώς και την με αριθμ. 677/2018 έφεση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβλήθηκε κατά την πρωτοβάθμια δίκη από την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, επειδή στο επιδοθέν σ` αυτήν κλητήριο θέσπισμα: α) δεν παρατίθεται σ’ αυτό το άρθρο 263 Α του ΠΚ και β) ακυρότητα προδικασίας, λόγω διενέργειας προανάκρισης, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 243 παρ. 2 του ΚΠΔ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 4418/2018 εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την εν λόγω ένσταση, ως αβάσιμη και στη συνέχεια κήρυξε την κατηγορούμενη ένοχο της ανωτέρω πράξεως. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την με αριθμό 677/2018 έφεση, στην οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εκθέσεως αυτής, περιέλαβε ως λόγο εφέσεως, κατά λέξη, τα εξής: ” …. γιατί δεν εκτιμήθηκαν ορθά από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα που προεβλήθησαν (μάρτυρες, έγγραφα) και έτσι κηρύχθηκε ένοχος πράξης που δεν έκανε …. “, χωρίς όμως, να επαναλάβει τους λόγους ακυρότητας, που αποτελούσαν περιεχόμενο της πιο πάνω ένστασης. Ο εν λόγω ισχυρισμός ήταν απαράδεκτος και απορριπτέος, εφόσον δεν προβλήθηκε στη σχετική έκθεση εφέσεως κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο και επομένως δεν είχε υποχρέωση το Τριμελές Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς να τον εξετάσει, ενόψει του ότι προϋπόθεση της υποχρεώσεως του Δικαστηρίου για έρευνα του λόγου εφέσεως αποτελεί να είναι αυτός παραδεκτός. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Κ.Ποιν.Δ., ήδη δε, όπως συνάγεται από το άρθρ. 468 παρ.2 του νέου ΚΠοινΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, που πλήττονται με τους λόγους της έφεσης. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α’ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της: α) απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171) σε συνδ. με άρθρο 6 ΕΣΔΑ, β) η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, (Άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α,Β,’ ΚΠΔ), είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 235 παρ. 1 εδ.α` Π.Κ. [όπως τούτο είχε αντικατασταθεί από την υποπαραγρ.ΙΕ.6 του άρθρου δεύτερου του Ν. 4254/2014, καταλαμβάνει δε την επίδικη πράξη, ως εκ του χρόνου τέλεσής της], “υπάλληλος, ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον, οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος, για ενέργεια ή παράλειψή του σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 έως 50.000 ευρώ”. Ήδη, με την κύρωση του νέου ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ. (ν.4619/2019), για το υπόψη έγκλημα, διαγραφόμενο με την ίδια υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση, η απειλούμενη ποινή ορίστηκε σε φυλάκιση και χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της δωροληψίας υπαλλήλου απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περίπτωση α` και 263 Α` του Π.Κ., η από μέρους αυτού του ίδιου ή δια μέσου άλλου απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων, που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων) για ενέργεια ή παράλειψή του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων του, χωρίς να αντίκειται προς αυτά, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, είναι δε αδιάφορο, αν η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του υπαλλήλου, ότι απαιτεί ή δέχεται τα ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών για ενέργεια ή παράλειψή του σχετιζόμενη με τα καθήκοντά του και θέληση αυτού να πράξει τούτο. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια, ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγμάτωσής του, που κατά την άνω διάταξη είναι α) η απαίτηση ωφελήματος, β) η αποδοχή του και γ) η αποδοχή υπόσχεσης για την ενέργεια ή την παράλειψη, μπορούν να εναλλαχθούν και, σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων, πραγματώνεται ένα μόνον έγκλημα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους τα πραγματικά αυτά περιστατικά υπήχθησαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ` αρχάς να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του και έτσι διαλαμβάνεται περί του δόλου αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή του κατηγορουμένου εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται: α) τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, β) η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, γ) ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ` αυτά κατ` επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ., κατά την προϊσχύσασα διατύπωσή τους, αφού η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, δηλαδή να στηρίζεται σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ` αυτήν διότι τότε δημιουργούνται λογικά κενά, η αιτιολογία πάσχει και δεν θεωρείται εμπεριστατωμένη. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών αποδείξεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, με τη διάταξη της ΕΣΔΑ που ορίζει ότι “παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικαστεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου Δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως“, προκύπτει, ότι η πολιτεία μέσω των οργάνων της οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το δικαστήριο, δηλαδή το δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι (ΑΠ 748/2020). Παραβίαση της ως άνω αρχής πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ` του Κ.Π.Δ. και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης (ΑΠ 99/2022, ΑΠ 1821/2016). Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικές ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 33/2021, ΑΠ 653/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία προσδιορίζονται κατ`είδος σ`αυτή, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι “….. η εγκαλούσα Α. Α. του Ι., κατά την τελευταία περίπου εικοσαετία πριν την τέλεση της πράξης, παρακολουθείτο από την κατηγορουμένη, ιατρό- γυναικολόγο Χ. Κ., στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας. Τον Ιούνιο του έτους 2013 η κατηγορούμενη διέγνωσε την ύπαρξη κύστης ωοθήκης στην εγκαλούσα και της συνέστησε να επανεξετασθεί μετά πάροδο έξι (6) μηνών. Στις 7-10-2014, κατόπιν προγραμματισμένης εξέτασης, η κατηγορούμενη της συνέστησε να προχωρήσει στη χειρουργική αφαίρεση της ανωτέρω κύστης στο προαναφερόμενο Νοσοκομείο. Στις 22-11-2011 η κατηγορούμενη επικοινώνησε τηλεφωνικά με την εγκαλούσα και της είπε ότι στις 23-11-2014 θα έπρεπε να εισαχθεί στο Γ.Κ.Ν. Νίκαιας για να χειρουργηθεί, χωρίς ωστόσο να της αναφέρει την ακριβή ημερομηνία που θα γινόταν η επέμβαση. Παράλληλα της ανέφερε ότι για να πραγματοποιηθεί η χειρουργική επέμβαση θα χρειαζόταν το χρηματικό ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, το οποίο σύμφωνα με όσα ανέφερε η κατηγορούμενη προοριζόταν για τους αναισθησιολόγους και τον ιατρό του ίδιου νοσοκομείου Χ. Ι., που θα συμμετείχαν στη χειρουργική της επέμβαση, προκειμένου αυτοί να εκτελέσουν με κάθε επιμέλεια τα καθήκοντά τους για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος αυτής. Στις 24-11-2014 η εγκαλούσα επικοινώνησε με την Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων- Τμήμα Ερευνών και Δίωξης και κατήγγειλε την κατηγορουμένη, ενώ ακολούθως, καθ’ υπόδειξη των αστυνομικών, επικοινώνησε και πάλι με την τελευταία και της ζήτησε τη μείωση του ποσού των 600 ευρώ, οπότε και συμφώνησαν να της καταβάλει το ποσό των 300 ευρώ. Στις 27-11-2014, συνοδευόμενη από την αστυνομικό της ανωτέρω Υπηρεσίας Γ. Κ., την οποία συνέστησε ως ξαδέρφη της και το ποσό των 300 ευρώ σε προσημειωμένα χαρτονομίσματα, επισκέφθηκε το Νοσοκομείο και την κατηγορουμένη, η οποία της δήλωσε αναφορικά με το χρηματικό ποσό που είχε ζητήσει ότι “θα τα βρουν μετά το χειρουργείο”, εν συνεχεία όμως η εγκαλούσα της ανέφερε ότι φοβούμενη για τη χειρουργική επέμβαση δεν επιθυμούσε πλέον να την πραγματοποιήσει. Η κατηγορούμενη αρνούμενη την σε βάρος της κατηγορία ισχυρίσθηκε ότι πρότεινε στην εγκαλούσα να πραγματοποιήσει τη χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης της κύστης ωοθήκης στο νοσοκομείο “METROPOLITAN” που ήταν συμβεβλημένο με τον ΕΟΠΠΥ, στο οποίο θα πλήρωνε μόνο την αμοιβή των ιατρών, ανερχόμενη στο ποσό των 600 ευρώ περίπου (δηλαδή στο ποσό που ζήτησε από την εγκαλούσα), ενώ θα απαλλασσόταν από το κόστος των νοσηλίων που θα καλύπτονταν από τον ασφαλιστικό της φορέα, ισχυρισμός που κρίνεται αβάσιμος, ως παντελώς αναπόδεικτος. Στην κρίση αυτή κατέληξε το Δικαστήριο από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και κυρίως την κατάθεση της αστυνομικού Γ. Κ., η οποία κρίνεται ως πλέον αξιόπιστη και αντικειμενική. Από την κατάθεση αυτή συνάγεται ότι η) εγκαλούσα με την κατηγορουμένη συζητούσαν για χειρουργική επέμβαση που θα λάμβανε χώρα στο Κρατικό Νίκαιας, όπου έγινε και ο προεγχειρητικός έλεγχος και όχι στο “METROPOLITAN ” και γι’ αυτό το λόγο μάλιστα η κατηγορούμενη σύστησε στην εγκαλούσα και τον έτερο ιατρό του Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας κ. Ι., ως τον χειρουργό που θα πραγματοποιούσε την επέμβαση. Επίσης, κατηγορηματικά κατέθεσε η ως άνω μάρτυρας ότι συζητούσαν για οικονομικά θέματα και μάλιστα άκουσε την κατηγορουμένη να λέει “θέλω να τελειώσουν όλα, να ξυπνήσεις και θα τα πούμε μετά”, αναφέροντας ότι η συζήτηση αφορούσε οικονομικά θέματα, συζητήσεις και επαφές, οι οποίες δεν είχαν κανένα νόημα εάν η επέμβαση θα γινόταν σε άλλο νοσοκομείο και δη στο Μετροπόλιταν, το προσωπικό του οποίου θα αναλάμβανε τόσο τη διενέργεια του προεγχειρητικού ελέγχου, όσο και τη διενέργεια αυτής καθεαυτής της επέμβασης, αλλά και την ενημέρωση της εγκαλούσας για τις οικονομικές της υποχρεώσεις, θέματα στα οποία η κατηγορούμενη, ως ιατρός άλλου νοσοκομείου, δεν είχε κανένα λόγο ανάμειξης. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, απορριπτομένου του αρνητικού ισχυρισμού της κατηγορουμένης, αποδείχθηκε ότι τέλεσε την πράξη που εισάγεται για εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη νομοτυπική της μορφή και τα κατ’ ιδίαν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόστασή της και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη γι’ αυτή, καθόσον ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη, κατά τον αναφερόμενα παραπάνω και στο διατακτικό τόπο και χρόνο, υπό την ως άνω ιδιότητα της υπαλλήλου, απαίτησε ωφελήματα, που δεν δικαιούται για μελλοντική της ενέργεια, που ανάγεται στα καθήκοντα της, κατά στο διατακτικό αναφερόμενα ………..”. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη της αξιόποινης πράξης της Δωροληψίας Υπαλλήλου και της επέβαλε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: ” ….. Στον …. Στη …. εντός του χρονικού διαστήματος από τις 22 έως τις 27.11.2014, ως υπάλληλος, ήτοι ως πρόσωπο στο οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, με πρόθεση ζήτησε άμεσα για τον εαυτό της ή για άλλον οποιοσδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα για μελλοντική ενέργειά της σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων της. Συγκεκριμένα, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, υπό .την ιδιότητα της γιατρού γυναικολόγου του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας ζήτησε από την εγκαλούσα Α. Α. του Ι., αρχικά, το χρηματικό ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, και στη συνέχεια, κατόπιν αιτήματος της εγκαλούσας για μείωση του ύψους του ποσού, το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, προκειμένου αυτή (η εγκαλούσα) να υποβληθεί σε γυναικολογικής φύσεως χειρουργική επέμβαση, το οποίο (ποσό), σύμφωνα με όσα της ανέφερε η κατηγορουμένη, προορίζονταν για τους, αναισθησιολόγους και τον γιατρό του ίδιου νοσοκομείου Χ. Ι. που θα συμμετείχαν στην χειρουργική επέμβαση, προκειμένου αυτοί να εκτελέσουν με πάσα επιμέλεια τα καθήκοντα τους για την επίτευξη ταυ καλύτερου δυνατού αποτελέσματος αυτής ……”. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ`αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13α, 26 παρ.1α’, 27 παρ.1, 235 παρ.1 εδ. α’ του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, όσον αφορά την ένδικη αξιόποινη πράξη, η οποία τελείται με διάφορους τρόπους, με σαφήνεια εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση από το Δικαστήριο με ποιο από τους υπαλλακτικούς αυτούς τρόπους τελέστηκε αυτή. Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται ότι στον …., στη …., το χρονικό διάστημα από 22 έως 27-11-2014, η κατηγορουμένη, ως υπάλληλος και δη ιατρός, υπηρετούσα στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, με την ειδικότητα της γυναικολόγου, ζήτησε άμεσα για τον εαυτό της, αθέμιτο ωφέλημα για μελλοντική ενέργειά της σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων της και δη ζήτησε από την εγκαλούσα Α. Α. το ποσό των 600,00 ευρώ και στη συνέχεια, κατόπιν αιτήματος της εγκαλούσας για μέιωση του ύψους του, αυτό των 300,00 ευρώ, προκειμένου να υποβληθεί σε γυναικολογικής φύσεως χειρουργική επέμβαση. Δηλαδή προσδιορίζεται σαφώς η ενέργεια χάριν της οποίας συνέβη η δωροδοκία. Επιπλέον διευκρινίζεται ότι η ενέργεια αυτή, η οποία έγινε στο ως άνω δημόσιο Νοσοκομείο, ανάγεται στις υπηρεσιακές υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας, ως ιατρού του υπόψη Νοσοκομείου και μάλιστα ότι περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς της και των καθηκόντων της ως γυναικολόγου, η οποία ήταν γνώστης της περίπτωσης αφού περιέθαλπε επί εικοσαετία, την ασθενή εγκαλούσα και περιγράφεται αναλυτικά ο τρόπος που έδρασε η κατηγορουμένη για την τέλεση της ανωτέρω πράξης, ήτοι οι περιστάσεις, υπό τις οποίες επιχειρήθηκε από την ίδια και ο εξαναγκασμός της εγκαλούσας να απαιτήσει το ποσό των 600,00 ευρώ, χωρίς να υφίσταται προς τούτο νόμιμη υποχρέωση, ενώ αιτιολογείται επαρκώς και ο δόλος της κατηγορουμένης, αφού προσδιορίζεται η γνώση και η θέλησή της να απαιτήσει την ως άνω παράνομη αμοιβή, που δεν δικαιούνταν για μελλοντική της ενέργεια, που ανάγονταν στα καθήκοντα της. Η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις σχετικά με το ποιος ιατρός θα πραγματοποιούσε την επέμβαση δηλ. η ίδια ή ο Χ. Ι., άλλος δηλ. ιατρός του Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας. Η ως άνω αιτίαση είναι αβάσιμη καθόσον είναι σαφής η παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι η αναιρεσείουσα θα πραγματοποιήσει την ως άνω επέμβαση για την οποία ζήτησε το παραπάνω αθέμιτο ωφέλιμα ενώ ο ιατρός του ίδιου νοσοκομείου Χ. Ι., θα συμμετείχε στη χειρουργική αυτή επέμβαση. Οι λοιπές αιτιάσεις, σύμφωνα με τις οποίες αμφισβητείται η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και οι προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα, κατ` αυτήν, αντιθέσεις, των παραδοχών της απόφασης προς τις επισημαινόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν αναιρετικές πλημμέλειες με την έννοια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τελευταίου και είναι απαράδεκτες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Π.Δ.) και την δικαστική δαπάνη του νομίμως παρασταθέντος προς υποστήριξη της κατηγορίας ΓΝΝΠ “Άγιος Παντελεήμων – ΓΝΔΑ “Αγία Βαρβάρα” (άρθρα 176,183 του Κ.Πολ.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμ. πρωτ. 4901/1-6-2022 αίτηση της Κ. Χ. του Μ., κατοίκου … για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 223/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Επιβάλλει σε βάρος της ως άνω αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ καθώς και τη δικαστική δαπάνη του υποστηρίζοντος την κατηγορία ΓΝΝΠ “Άγιος Παντελεήμων – ΓΝΔΑ “Αγία Βαρβάρα” εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

To Top