ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 60 /2023 Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτήν

Αριθμός 60/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 42/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Κατσούλη – Εισηγήτρια, Δημήτριο Τράγκα, Ελένη Μπερτσιά και Διονύσιο Παλλαδινό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 5 Απριλίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευδοκίας Πούλου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1. Μ. Λ. του Δ. και 2. Δ. Λ. του Γ., κατοίκων … οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σαμέλη, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 573/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την: Μ. Γ. του Κ., κάτοικο … η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μεταξά.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9-12-2021 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1197/2021.
Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 9-12-2021 και με αριθμό εκθέσεως 24/2021 αίτηση της Μ. Λ. του Δ. και Δ. Λ. του Γ., κατοίκων … για αναίρεση της 573/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών (το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε ένοχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα, με την αναγνώριση στο πρόσωπό τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α’ και 2ε’ του ΠΚ) ασκήθηκε νομοτύπως (άρθρο 466 παρ. 1, 474 παρ. 1 του ΚΠΔ) και εμπροθέσμως (άρθρ. 473 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί για τη βασιμότητα των προβαλλόμενων αναιρετικών λόγων της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’, Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτήν. Ήδη η πράξη αυτή, με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ, προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή, ενώ καταργείται η αναφορά στο σκοπό του δράστη. Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία είναι επιεικέστερη, τόσο ως προς την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, όσο και ως προς την προβλεπόμενη γι’ αυτό ποινή, προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται: α) καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, δηλ. είτε με τον τύπο του άρθρου 42 του ΚΠΔ, είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, β) η καταμήνυση να έγινε ενώπιον αρχή, γ) η καταμήνυση να αναφέρεται στην τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δ) η καταμήνυση να αφορά σε άλλον που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, ε) η καταμήνυση να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής, και στ) δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας είναι αναληθές και αφορά σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί σχετικά με το ψευδές της καταμήνυσης. Ο δράστης αρκεί να γνωρίζει και να θέλει την κίνηση της διαδικασίας κατά του καταμηνυθέντος, ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του. Το έγκλημα είναι τυπικό, και, συνεπώς, τετελεσμένο με την περιέλευση της μήνυσης, αναφοράς στην αρχή. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο σκοπός της καταδίωξης του μηνυθέντος. Ο δόλος, δηλαδή η γνώση του ψεύδους της καταμήνυσης πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται αυτή (ΑΠ 1007/2022, ΑΠ 77/2021). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος ΠΚ “1. Όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώσει του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας για να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια”. Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ. “Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή”.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα (ήδη ψευδούς κατάθεσης) απαιτείται: α) ο υπαίτιος να εξετάζεται ως μάρτυρας (ενόρκως κατά την προϊσχύσασα διάταξη) σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του στην υπόθεση, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, στην έννοια δε αυτή υπάγονται και κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, οι οποίες είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του που συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Προϋπόθεση για την τέλεση του εγκλήματος, που πλέον αναφέρεται ρητά στη νέα ως άνω διάταξη, αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, ήτοι σε συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα κατά χρόνο και τόπο και αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν συμβάντα ή καταστάσεις, που έχουν σχέση με την υπόθεση, ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά, στερείται σημασίας, όμως, το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης και ανεξάρτητα από το αν επηρέασαν το αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη υπόθεση (ΑΠ 73/2021, ΑΠ 230/2020). Σημειώνεται ότι το περί ψευδούς κατάθεσης κατ’ άρθρο 224 παρ. 1 του νέου ΠΚ, στο οποίο έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 και 225 του προϊσχύσαντος ΠΚ για την ψευδορκία και την ψευδή ανώμοτη κατάθεση, είναι επιεικέστερο ως προς την προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή, έναντι του προϊσχύσαντος για την ψευδορκία, αφού απειλείται πλέον για το εν λόγω πλημμέλημα ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο και ανώτατο όριο (ΑΠ 44/2021). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατ’ άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία την ενοχή. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως συμβαίνει στα εδώ εξεταζόμενα αδικήματα, ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (υπερχειλής δόλος), όπως συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης.
Επιπλέον στο αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση των αναφερομένων αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η σχετική με τα ψευδώς καταμηνυθέντα ή τα ψευδώς κατατεθέντα περιστατικά γνώση του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών.
Σε σχέση, με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως εκβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δεν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 573/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή (ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την απολογία του δεύτερου κατηγορουμένου – δεύτερου αναιρεσείοντος), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: “Η πρώτη κατηγορουμένη στην …. στις 23/07/2015 εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αξιόποινη πράξη. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, προσήλθε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αγρινίου και υπέβαλε μέσω αυτού την από 15/07/2015 έγκληση της, απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών – Πατρών, εναντίον της νυν εγκαλούσας Μ. Γ. του Κ. στην οποία ανέφερε ότι εκείνη “στις 27/12/2012 κατέθεσε το με αρ. πρωτ. ΕΜΠ.233/27.12.2012 έγγραφο … χωρίς τη σχετική αρμοδιότητα και χωρίς τις αντίστοιχες νομικές γνώσεις, προβαίνει σε αντίκρουση των ισχυρισμών μου ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών …, η αναφερόμενη με υπερχειλή δόλο και σκοπό να μου προκαλέσει παράνομη περιουσιακή βλάβη, με υπερβάλλοντα ζήλο και χωρίς κανείς να της έχει αναθέσει την εντολή αυτή συνέταξε το ως άνω έγγραφο, όπου εκφράζει τις εμμονές της εναντίον μας. Η Μ. Γ. χωρίς τη συναίνεση μας και χωρίς καμία εξουσιοδότηση, δημιούργησε αρχείο με ευαίσθητα και προσωπικά μου δεδομένα, έλαβε αντίγραφο της υπ’ αρ. 931/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, χωρίς να είναι διάδικος και τα δημοσιοποίησε προς όλους του αποδέκτες του εγγράφου της, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7 και 22 του Ν. 2472/1997. Το ανωτέρω έγγραφο που συντάχθηκε από τη Μ. Γ. είναι εξ ολοκλήρου ψευδές, παράγει έννομες συνέπειες ως βεβαίωση, είναι ψευδές το περιεχόμενο του γιατί αρνείται όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, διαστρεβλώνει εν γνώσει της τα πραγματικά περιστατικά βεβαιώνοντας ψευδώς ότι ουδέποτε άσκησα δραστηριότητα εκμετάλλευσης ξενοδοχείου επιπλωμένων δωματίων, ότι δεν άσκησα δραστηριότητα που να επιτρέπει τη χρήση των διατάξεων του αρ. 34 § 1 δ του Ν. 2859/2000 και ότι η εταιρεία μας δεν απέκτησε εισόδημα εξ εμπορικών επιχειρήσεων αλλά αποκλειστικό εισόδημα από εκμίσθωση ακινήτων”. Τα ως άνω όμως αναφερθέντα εκ της κατηγορουμένης ήταν ψευδή κι η ίδια τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών καθόσον στην πραγματικότητα η ανωτέρω νυν εγκαλούσα ουδέν των αναφερθέντων έπραξε, είχε σχετική αρμοδιότητα να υποβάλει το ανωτέρω έγγραφο στο Δικαστήριο, λόγω της ιδιότητάς της ως Οικονομική Επιθεωρήτρια Δυτικής Ελλάδας, δεν είχε δόλο να βλάψει την κατηγορουμένη ούτε και σκόπευε να της προκαλέσει παράνομη περιουσιακή βλάβη, αντιθέτως ήθελε να προασπίσει τα συμφέροντα του Δημοσίου, δεν εμφορείτο από εμμονές κατά της κατηγορουμένης, το έγγραφο της απεικονίζει την πραγματικότητα και όχι ψεύδη, η προαναφερθείσα αθωωτική απόφαση ήρθε στην κατοχή της νόμιμα, με τη συναίνεση του αθωωθέντος διαδίκου, δεν αντιποιήθηκε την εξουσία ουδενός, ούτε παραπλάνησε το Δικαστήριο ούτε παραβίασε τα προσωπικά δεδομένα της κατηγορουμένης γεγονότα τα οποία η κατηγορουμένη γνώριζε στην πράξη της αυτή η κατηγορούμενη προέβη με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της νυν εγκαλούσας για παράβαση καθήκοντος απάτη σε Δικαστήριο, ψευδή βεβαίωση, αντιποίηση αρχής και παραβίασης του νόμου περί προσωπικών δεδομένων. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη στο …. στις 23/07/2015 ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αγρινίου, επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της από 15/07/2015 έγκλησής της σε βάρος της προαναφερθείσας νυν εγκαλούσας η οποία ανέφερε όσα λεπτομερώς περιγράφονται στην υπό στοιχείο Α παράγραφο του παρόντος. Τα ως άνω όμως αναφερθέντα εκ της κατηγορουμένης ήταν ψευδή κι η ίδια τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, καθόσον στην πραγματικότητα η ανωτέρω νυν εγκαλούσα ουδέν των αναφερθέντων έπραξε, είχε σχετική αρμοδιότητα να υποβάλει το ανωτέρω έγγραφο στο Δικαστήριο, λόγω της ιδιότητάς της ως Οικονομική Επιθεωρήτρια Δυτικής Ελλάδας, δεν είχε δόλο να βλάψει την κατηγορουμένη ούτε και σκόπευε να της προκαλέσει παράνομη περιουσιακή βλάβη, αντιθέτως ήθελε να προασπίσει τα συμφέροντα του Δημοσίου, δεν εμφορείται από εμμονές Κατά της κατηγορουμένης, το έγγραφο της απεικονίζει την πραγματικότητα και όχι ψεύδη, η προαναφερθείσα αθωωτική απόφαση ήρθε στην κατοχή της νόμιμα, με τη συναίνεση του αθωωθέντος διαδίκου, δεν αντιποιήθηκε την εξουσία ουδενός, ούτε παραπλάνησε το Δικαστήριο ούτε παραβίασε τα προσωπικά δεδομένα της κατηγορουμένης, γεγονότα τα οποία η κατηγορούμενη. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, Δ. Λ. στο …. στις 06/10/2015 ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Αγρινίου, στα πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης μετά την υποβολή της από 15/07/2015 έγκλησης της πρώτης κατηγορουμένης κατέθεσε ότι “προσκομίστηκε εκπρόθεσμα το ΕΜΠ 233/27.12.2012 έγγραφο που συνέταξε η κ. Γ. η οποία ήταν αναρμόδια να το συντάξει και να το κοινοποιήσει. Αναφέρω ότι παρανόμως το συνέταξε διότι αρμόδια ήταν τότε η Οικονομική Επιθεώρηση Ηπείρου, με τον τρόπο αυτό εξαπάτησε το Δικαστήριο … επιφέροντας αντίστοιχη ζημία στην εταιρία. Όσα αναφέρει και βεβαιώνει η Γ. είναι ψευδή και παραποιούν την αλήθεια Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι η φορολογική αρχή ρίχνει τα βιβλία και για τον προσδιορισμό εισοδήματος δε λαμβάνονται υπόψη, ενώ η αλήθεια είναι ότι αυτό λαμβάνονται υπόψη προσαυξημένα λόγω της παράβασης, σύμφωνα με τον ΚΦΕ. Τεράστια η διαφορά και η παραπλάνηση της Δικαιοσύνης. Έγιναν γνωστά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της εταιρίας και αυτό το έκανε η Γ. για να δημιουργήσει εντυπώσεις στο Δικαστήριο και έτσι να βλάψει την εταιρία. Αντιποιήθηκε την εξουσία των Δικαστικών Αντιπροσώπων του ΝΣΚ ισχυριζόμενη ψευδώς ότι είναι αρμόδια”. Τα ως άνω όμως αναφερόμενα από το δεύτερο κατηγορούμενο ήταν ψευδή και αυτός γνώριζε την αναλήθειά τους, καθώς στην πραγματικότητα η ανωτέρω νυν εγκαλούσα ουδέν των αναφερθέντων έπραξε, είχε σχετική αρμοδιότητα να υποβάλει το ανωτέρω έγγραφο στο Δικαστήριο,, λόγω της ιδιότητας της ως Οικονομική Επιθεωρήτρια Δυτικής Ελλάδας, ενήργησε σύννομο και εντός του πλαισίου των καθηκόντων της, δεν είχε δόλο να βλάψει την πρώτη κατηγορουμένη ούτε και σκόπευε να της προκαλέσει παράνομη περιουσιακή βλάβη, αντιθέτως ήθελε να προασπίσει τα συμφέροντα του Δημοσίου, το έγγραφο της απεικόνιζε την πραγματικότητα και όχι ψεύδη, η προαναφερθείσα αθωωτική απόφαση ήρθε στην κατοχή της νόμιμα, με τη συναίνεση του αθωωθέντος διαδίκου, δεν αντιποιήθηκε την εξουσία ουδενός, ούτε παραπλάνησε το Δικαστήριο ούτε παραβίασε τα προσωπικά δεδομένα της πρώτης κατηγορουμένης, γεγονότα τα οποία ο κατηγορούμενος γνώριζε. Επομένως με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα θα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2α ΠΚ, ως πρωτοδίκως”.
Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους ήδη αναιρεσείοντος ένοχους των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα και ήδη ψευδούς κατάθεσης (την πρώτη), και της ψευδορκίας μάρτυρα (τον δεύτερο), με την αναγνώριση στο πρόσωπό τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α’ και ε’ ΠΚ, και επέλαβε στην μεν πρώτη ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, στον δε δεύτερο ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, ανασταλείσες επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: ”
Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι: Η 1η κατηγορουμένη Μ. Λ.: Στο …. και στην …. στις 23/07/2015 και στο …. στις 06/10/2015, με περισσότερες πράξεις τους τέλεσε τις κάτωθι αξιόποινες πράξεις: Α) Η πρώτη κατηγορουμένη στην …… στις 23/07/2015 εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αξιόποινη πράξη.
Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, προσήλθε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αγρινίου και υπέβαλε μέσω αυτού την από^ 15/07/201 5 έγκληση της, απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών- Πατρών, εναντίον της νυν εγκαλούσας Μ. Γ. του Κ. στην οποία ανέφερε ότι εκείνη “στις 27/12/2012 κατέθεσε το με αρ. πρωτ. ΕΜΠ.233/27.12.2012 έγγραφο … χωρίς τη σχετική αρμοδιότητα και χωρίς τις αντίστοιχες νομικές γνώσεις, προβαίνει σε αντίκρουση των ισχυρισμών μου ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών …, η αναφερόμενη με υπερχειλή δόλο και σκοπό να μου προκαλέσει παράνομη περιουσιακή βλάβη, με υπερβάλλοντα ζήλο και χωρίς κανείς να της έχει αναθέσει την εντολή αυτή συνέταξε το ως άνω έγγραφο, όπου εκφράζει τις εμμονές της εναντίον μας. Η Μ. Γ. χωρίς τη συναίνεση μας και χωρίς καμία εξουσιοδότηση, δημιούργησε αρχείο με ευαίσθητα και προσωπικά μου δεδομένα, έλαβε αντίγραφο της υπ’ αρ. 931/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, χωρίς να είναι διάδικος και τα δημοσιοποίησε προς όλους του αποδέκτες του εγγράφου της, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7 και 22 του Ν. 2472/1997. Το ανωτέρω έγγραφο που συντάχθηκε από τη Μ. Γ. είναι εξ ολοκλήρου ψευδές, παράγει έννομες συνέπειες ως βεβαίωση, είναι ψευδές το περιεχόμενο του γιατί αρνείται όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, διαστρεβλώνει εν γνώσει της τα πραγματικά περιστατικά βεβαιώνοντας ψευδώς ότι ουδέποτε άσκησα δραστηριότητα εκμετάλλευσης ξενοδοχείου επιπλωμένων δωματίων, ότι δεν άσκησα δραστηριότητα που να επιτρέπει τη χρήση των διατάξεων του αρ. 34 § 1 δ του Ν. 2859/2000 και ότι η εταιρεία μας δεν απέκτησε εισόδημα εξ εμπορικών επιχειρήσεων αλλά αποκλειστικό εισόδημα από εκμίσθωση ακινήτων”. Τα ως άνω όμως αναφερθέντα εκ της κατηγορουμένης ήταν ψευδή κι η ίδια τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών καθόσον στην πραγματικότητα η ανωτέρω νυν εγκαλούσα ουδέν των αναφερθέντων έπραξε, είχε σχετική αρμοδιότητα να υποβάλει το ανωτέρα” έγγραφο στο Δικαστήριο, λόγω της ιδιότητάς της ως Οικονομική Επιθεωρήτρια Δυτικής Ελλάδας, δεν είχε δόλο να βλάψει την κατηγορουμένη ούτε και σκόπευε να της προκαλέσει παράνομη περιουσιακή βλάβη, αντιθέτως ήθελε να προασπίσει τα συμφέροντα του Δημοσίου, δεν εμφορείτο από εμμονές κατά της κατηγορουμένης, το έγγραφο της απεικονίζει την πραγματικότητα και όχι ψεύδη, η προαναφερθείσα αθωωτική απόφαση ήρθε στην κατοχή της νόμιμα, με τη συναίνεση του αθωωθέντος διαδίκου, δεν αντιποιήθηκε την εξουσία ουδενός, ούτε παραπλάνησε το Δικαστήριο ούτε παραβίασε τα προσωπικά δεδομένα της κατηγορουμένης, γεγονότα τα οποία η κατηγορουμένη γνώριζε στην πράξη της αυτή η κατηγορούμενη προέβη με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της νυν εγκαλούσας για παράβαση καθήκοντος απάτη σε Δικαστήριο, ψευδή βεβαίωση, αντιποίηση αρχής και παραβίασης του νόμου περί προσωπικών δεδομένων.
Β) Η πρώτη κατηγορουμένη στο …. στις 23/07/2015 ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αγρινίου, επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της από 15/07/2015 έγκλησής της σε βάρος της προαναφερθείσας νυν εγκαλούσας η οποία ανέφερε όσα λεπτομερώς περιγράφονται στην υπό στοιχείο Α παράγραφο του παρόντος. Τα ως άνω όμως αναφερθέντα εκ της κατηγορουμένης ήταν ψευδή κι η ίδια τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, καθόσον στην πραγματικότητα η ανωτέρω νυν εγκαλούσα ουδέν των αναφερθέντων έπραξε, είχε σχετική αρμοδιότητα να υποβάλει το ανωτέρω έγγραφο στο Δικαστήριο, λόγω της ιδιότητάς της ως Οικονομική Επιθεωρήτρια Δυτικής Ελλάδας, δεν είχε δόλο να βλάψει την κατηγορουμένη ούτε και σκόπευε να της προκαλέσει παράνομη περιουσιακή βλάβη, αντιθέτως ήθελε να προασπίσει τα συμφέροντα του Δημοσίου, δεν εμφορείται από εμμονές κατά της κατηγορουμένης, το έγγραφο της απεικονίζει την πραγματικότητα και όχι ψεύδη, η προαναφερθείσα αθωωτική απόφαση ήρθε στην κατοχή της νόμιμα, με τη συναίνεση του αθωωθέντος διαδίκου, δεν αντιποιήθηκε την εξουσία ουδενός, ούτε παραπλάνησε το Δικαστήριο ούτε παραβίασε τα προσωπικά δεδομένα της κατηγορουμένης, γεγονότα τα οποία η κατηγορουμένη γνώριζε.
Ο 2ος κατηγορούμενος, Δ. Λ.:
Στο …. στις 06/10/2015 ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Αγρινίου, στα πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης μετά την υποβολή της από 15/07/2015 έγκλησης της πρώτης κατηγορουμένης κατέθεσε ότι “προσκομίστηκε εκπρόθεσμα το ΕΜΠ 233/27.12.2012 έγγραφο που συνέταξε η κ. Γ. η οποία ήταν αναρμόδια να το συντάξει και να το κοινοποιήσει. Αναφέρω ότι παρανόμως το συνέταξε διότι αρμόδια ήταν τότε η Οικονομική Επιθεώρηση Ηπείρου με τον τρόπο αυτό εξαπάτησε το Δικαστήριο … επιφέροντας αντίστοιχη ζημία στην. εταιρία. Όσα αναφέρει και βεβαιώνει η Γ. είναι ψευδή και παραποιούν την αλήθεια Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι η φορολογική αρχή ρίχνει τα βιβλία και για τον προσδιορισμό εισοδήματος δε λαμβάνονται υπόψη, ενώ η αλήθεια είναι ότι αυτό λαμβάνονται υπόψη προσαυξημένα λόγω της παράβασης, σύμφωνα με τον ΚΦΕ. Τεράστια η διαφορά και η παραπλάνηση της Δικαιοσύνης. Έγιναν γνωστά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της εταιρίας και αυτό το έκανε η Γ. για να δημιουργήσει εντυπώσεις στο Δικαστήριο και έτσι να βλάψει την εταιρία. Αντιποιήθηκε την εξουσία των Δικαστικών Αντιπροσώπων του ΝΣΚ ισχυριζόμενη ψευδώς ότι είναι αρμόδια”. Τα ως άνω όμως αναφερόμενα από το δεύτερο κατηγορούμενο ήταν ψευδή και αυτός γνώριζε την αναλήθειά τους, καθώς στην πραγματικότητα η ανωτέρω νυν εγκαλούσα ουδέν των αναφερθέντων έπραξε, είχε σχετική αρμοδιότητα να υποβάλει το ανωτέρω έγγραφο στο Δικαστήριο, λόγω της ιδιότητας της ως Οικονομική Επιθεωρήτρια Δυτικής Ελλάδας, ενήργησε σύννομο και εντός του πλαισίου των καθηκόντων της, δεν είχε δόλο να βλάψει την πρώτη κατηγορουμένη ούτε και σκόπευε να της προκαλέσει παράνομη περιουσιακή βλάβη, αντιθέτως ήθελε να προασπίσει τα συμφέροντα του Δημοσίου, το έγγραφο της απεικόνιζε την πραγματικότητα και όχι ψεύδη, η προαναφερθείσα αθωωτική απόφαση ήρθε στην κατοχή της νόμιμα, με τη συναίνεση του αθωωθέντος διαδίκου, δεν αντιποιήθηκε την εξουσία ουδενός, ούτε παραπλάνησε το Δικαστήριο ούτε παραβίασε τα προσωπικά δεδομένα της πρώτης κατηγορουμένης, γεγονότα τα οποία ο κατηγορούμενος γνώριζε”.
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η ως άνω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική κρίση της, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε με ευκρινείς νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφής ή αντιφατικές αιτιολογίες και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τι προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους αφού από αυτό δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Περαιτέρω, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις των ήδη αναιρεσειόντων, αιτιολογείται με την προσήκουσα επάρκεια, τόσο ο απαιτούμενους και στα δύο εγκλήματα (της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα), άμεσος δόλος των αναιρεσειόντων, όσο και ο προσθέτως απαιτούμενος στο πρώτο από αυτά (ψευδή καταμήνυση) υπερχειλής δόλος. Ειδικότερα εκτίθεται: α) ο τρόπος, με τον οποίο τελέστηκε η πράξη της ψευδούς καταμήνυσης από την πρώτη κατηγορουμένη, ήτοι με την υποβολή της από 15-7-2015 έγκλησης ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών εναντίον της εγκαλούσας, β) τα περιστατικά που αναφέρονται στην έγκληση και ήσαν ψευδή ότι η εγκαλούσα τέλεσε τα αδικήματα της παράβασης καθήκοντος, της απάτης σε Δικαστήριο, της ψευδούς βεβαίωσης, της αντιποίησης αρχής και της παραβίασης του νόμου περί προσωπικών δεδομένων, γ) ο σκοπός της πρώτης αναιρεσείουσας να προκαλέσει την καταδίωξη της εγκαλούσας για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, δ) ότι η πρώτη αναιρεσείουσα στις 23-7-2015 ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αγρινίου, ενόρκως βεβαίωσε το περιεχόμενο της παραπάνω αναφερόμενης έγκλησής της, παρότι γνώριζε ότι ήταν ψευδές, ε) τα ψευδή περιστατικά, τα οποία κατέθεσε ο δεύτερος αναιρεσείων ενώπιον του Πταισματοδίκη Αγρινίου, στ) τα αληθή περιστατικά, τα οποία ο ίδιος γνώριζε, ζ) η πρόθεσή του να καταθέσει ενόρκως αυτά τα οποία κατέθεσε, γνωρίζοντας ότι ήσαν ψευδή. Επίσης, αιτιολογείται πλήρως και ο άμεσος δόλος των αναιρεσειόντων, ήτοι η γνώση της αναλήθειας των όσων η πρώτη αναιρεσείουσα διέλαβε στην άνω έγκλησή της και των περιστατικών για τα οποία κατέθεσε ο δεύτερος αναιρεσείων, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας στις 6-10-2015 ενώπιον του Πταισματοδίκη Αγρινίου, θεμελιούμενη (η γνώση αυτών), ως συνάγεται από τη φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης και την εντεύθεν διένεξη των διαδίκων στην προσωπική πεποίθηση, των ιδίων, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση τους χωρίς να απαιτείται η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Περαιτέρω για την κατάφαση της ενοχής των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα και πιο συγκεκριμένα από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αναμφίβολα ότι το Δικαστήριο ουδόλως προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων αποδεικτικών μέσων αλλά αντιθέτως τα έλαβε όλα υπόψη του και ειδικότερα συναξιολόγησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και το με αριθμό πρωτ. 2736/26-4-2007 έγγραφο της Οικονομικής Επιθεώρησης Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος καθώς και το με αριθμό πρωτ. 17671/18-4-2007 έγγραφό της Δ.Ο.Υ. Αγρινίου. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν συντάχθηκε με τους συναφείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων περί της αρμοδιότητας της εγκαλούσας ως Οικονομικής Επιθεωρήτριας να υποβάλλει το με αριθμό πρωτ. 233/27-12-2012 έγγραφο (υπόμνημα) προς τον Πρόεδρο του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, δεν οδηγεί αναγκαίως στην κρίση ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, κατά τις οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από τα αναφερόμενα από αυτούς αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, διότι προβάλλονται απαραδέκτως, αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ), είναι αβάσιμοι. Τέλος, η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται, τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 172 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 172 παρ. 2 του ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής, αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στον ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος (ΑΠ 717/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, οι προβληθέντες ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας από τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρισμοί ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των αξιόποινων πράξεων των άρθρων 223 παρ. 1 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, για τις οποίες καταδικάστηκαν, αφού η ένδικη έγκληση απορρίφθηκε και τέθηκε στο αρχείο με την 375/2016 Διάταξη της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της κατ’ άρθρο 47 παρ. 2 του ΚΠΔ και όχι ως ψευδής, ώστε να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων και ότι ουδείς δόλος υπήρχε στο πρόσωπό τους δεν συνιστούν αυτοτελείς υπό την ως άνω εκτεθείσα έννοια ισχυρισμούς αλλά ούτε και ουσιώδεις αρνητικούς της κατηγορίας για τις πράξεις αυτές, ισχυρισμούς και, συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ’ αυτούς, ούτε (πολύ περισσότερο) είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι’ αυτούς. Κατά συνέπεια, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακρόασης και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των εν λόγω ισχυρισμών, από το άρθρο 510 παρ. 1 Β’ και Δ’ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με όλα αυτά, και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της δίκης αυτής (άρθρ. 578 παρ. 1 του ΚΠΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παραστάσας προς υποστήριξη της κατηγορίας (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-12-2021 και με αριθμό εκθέσεως 24/021 αίτηση της Μ. Λ. του Δ. και του Δ. Λ. του Γ., κατοίκων … για αναίρεση της 573/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, για τον καθένα.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παραστάσας προς υποστήριξη της κατηγορίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

To Top