ΑΠ ποιν. 63/2023: Στήριξη ενοχής μόνον σε μαρτυρία συγκατηγορουμένου χωρίς αναφορά άλλων αποδεικτικών – παραβίαση αρ. 211ΚΠΔ

Στήριξη της ενοχής αποκλειστικά στα όσα κατέθεσε στην προανακριτική απολογία της η συγκατηγορουμένη. Μη αναφορά άλλου αποδεικτικού μέσου  το οποίο συναξιολογήθηκε και συνεκτιμήθηκε συνδυαστικά με την απολογία της ως άνω συγκατηγορουμένης.Παραβίαση του άρθρου 211 ΚΠοινΔ

Απόφαση 63 / 2023    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 63/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα, Ελένη Μπερτσιά και Αγάπη Τζουλιαδάκη – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λάμπρου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1. Γ. Λ. του Α., κατοίκου … και 2. M. M. του R. κατοίκου … που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Μήτσαινα, για αναίρεση της υπ’αριθ. 823/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και oι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις υπ’αριθ.16 και 17 από 20-6-2022 δύο, αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 627/2022.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτοί οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Δ’ ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης τους 1ου αναιρεσείοντος, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αυτόν για τους ανωτέρω λόγους, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του 1ου αναιρεσείοντος, να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης της 2ης αναιρεσείουσας και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση από 20-6-2022 αιτήσεις, με αρ. 16/2022 και 17/2022, των α) Γ. Λ. του Α., κατοίκου … και β)M. M. του R., κατοίκου … για αναίρεση της απόφασης 823/2022 του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Θεσσαλονίκης, με την οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε ληστεία κατά συναυτουργία, και τους επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών στον καθένα, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχουν δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Δ’ του Κ.Π.Δ. (απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας) και, συνεπώς είναι παραδεκτές, πρέπει δε να συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 ΠΚ, περί ληστείας, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, η εννοιολογική μορφή του οποίου παραμένει η ίδια και υπό τον Μ.ΠΚ, “Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, με την οποία προσβάλλεται τόσο η προσωπική ελευθερία, όσο και η ατομική ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών κατ’ αυτού, που μπορούν να κάμψουν την αντίστασή του, ενωμένων με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του και η ταυτόχρονη αφαίρεση με τη βία από την κατοχή εκείνου ξένου κινητού πράγματος (ολικά ή εν μέρει) ή ο εξαναγκασμός του προσώπου σε παράδοση του πράγματος, για να το ιδιοποιηθεί παράνομα ο δράστης. Είναι έγκλημα σύνθετο, αποτελούμενο από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής και της παράνομης βίας, η οποία, ως μέσον, άγει στην ικανοποίηση του σκοπού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α’ του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 ΠΚ, “Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε”. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη η πρόκληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και με οποιοδήποτε μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κλπ και β) διάπραξη από τον άλλο (αυτουργό) της πράξης αυτής, υποκειμενικώς δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένης αξιόποινης πράξης με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός με λεπτομέρειες της πράξης αυτής, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση της οικείας πράξης απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου, από το συνδυασμό της αμέσως ανωτέρω διάταξης προς εκείνη του άρθρου 45 ΠΚ, συνάγεται ότι είναι δυνατή η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία, όταν περισσότεροι από κοινού παρήγαγαν εκ προθέσεως την απόφαση της εκτελέσεως ορισμένου εγκλήματος, ο δε ηθικός αυτουργός του ηθικού αυτουργού, είναι και αυτός ηθικός αυτουργός εκείνου που εκτελεί την κύρια αξιόποινη πράξη, ήτοι του φυσικού αυτουργού (ΑΠ 1233/2019, 461/2011, 1611/1994). Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ιδίου Κώδικος λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά γενικώς χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εκ μιας εκάστης αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ’ επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι, παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 211 ΚΠΔ (Ν. 4620/2019), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 117 Ν. 4855/12-11-2021, και ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης “η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου αν δεν υπάρχει και άλλο ρητά κατανομαζόμενο στην απόφαση αποδεικτικό μέσο”. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο9 500 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ), κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι αποκλείεται η στήριξη της καταδίκης κατηγορουμένου σε μόνη τη μαρτυρική κατάθεση ή παροχή εξηγήσεων ή την απολογία συγκατηγορουμένου, αλλά δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Ειδικότερα, το ανωτέρω άρθρο 211 ΚΠΔ δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά στην πραγματικότητα είναι κανόνας αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων, ο οποίος λειτουργεί διευκρινιστικά και συμπληρωματικά στη βασική αρχή του άρθρου 177 ΚΠΔ, την οποία δεν καταλύει, ούτε άλλωστε απαγορεύει την αξιοποίηση της απολογίας ή της μαρτυρικής κατάθεσης του συγκατηγορουμένου, η οποία δεν παύει να αποτελεί αποδεικτικό μέσο, απλώς παρέχεται οδηγία στο δικαστήριο να μην αρκείται στη μαρτυρία ή απολογία του συγκατηγορουμένου για την αναζήτηση της αληθείας, αλλά να επεκτείνει την αναζήτησή του και σε άλλα στοιχεία και να προσπαθεί να τεκμηριώσει όσο το δυνατό καλύτερα τη δικανική του πεποίθηση. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ’αυτή όσο και σε άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία πρέπει να κατονομάζονται ρητά στην απόφασή του. Η κατά παραβίαση της άνω διάταξης του άρθρου 211 του Κ.Π.Δ., κρίση του δικαστηρίου που στηρίζεται σε μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο, οδηγεί επίσης σε ελλιπή αιτιολογία της απόφασης και την ίδρυση λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Π.Δ.), καθόσον με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ελέγχεται αναιρετικώς το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εάν όμως, η περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου στηρίζεται, εκτός από τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία, και σε άλλες αποδείξεις, η συνεκτίμηση απλώς μαρτυρικής κατάθεσης ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης (ΑΠ 25/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του 823/2022, το Τριμελές Εφετείο (Κακ/των) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται στο προοίμιο αυτού (ένορκη κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης, αναγνωσθέντα πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, και αναγνωσθέντα έγγραφα) δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Η δεύτερη κατηγορούμενη M. M. του R., υπήκοος Ρωσίας και οι υπήκοοι Τσεχίας H. B. του J. (παθούσα) και F. I. P. (οι οποίες είχαν αφιχθεί στην Ελλάδα από την Τσεχία ταυτόχρονα προ διετίας και διέμεναν μαζί) ασκούσαν περιστασιακά το επάγγελμα της σερβιτόρας σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος (μπαρ) σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα, σκόπευαν να εργασθούν σε παρόμοιο κατάστημα στην πόλη των … παρέχοντας αντίστοιχη εργασία. Έτσι, αφίχθηκαν και οι τρεις στα … από την Αλεξανδρούπολη, όπου προηγουμένως εργάζονταν και διέμεναν προσωρινά στην οικία (διαμέρισμα στον δεύτερο όροφο), που μίσθωνε από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο Γ. Λ. του Α., φίλο της, η D. R. του N., η οποία εργαζόταν κι αυτή ως σερβιτόρα σε παρόμοια καταστήματα και συνδεόταν φιλικά από αρκετών ετών, λόγω της εργασίας τους, με τη δεύτερη κατηγορούμενη M. M. και που βρισκόταν στην οδό … της πόλης των …… Η δεύτερη κατηγορούμενη M. M. γνώριζε ότι η H. B. διέθετε στην κατοχή της σε μετρητά σημαντικό χρηματικό ποσό, το οποίο είχε αποκομίσει από την εργασία της κατά τους τελευταίους μήνες και το οποίο έφερε πάντοτε μαζί της μέσα στην τσάντα της, επειδή δεν μπόρεσε να το καταθέσει σε τραπεζικό κατάστημα, πράγμα που γνώριζε η ίδια (δεύτερη κατηγορούμενη), καθώς την είχε συνοδεύσει σε Τράπεζα και σχεδίασε να το αφαιρέσει από την κατοχή της, για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, με τη συνδρομή τρίτου προσώπου, προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή από την παθούσα. Για το λόγο αυτό και προς υλοποίηση του εγκληματικού σχεδίου της, απευθύνθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο, Γ. Λ., με τον οποίον είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις εμπιστοσύνης, τον οποίο πληροφόρησε για την κατοχή χρημάτων από την H. B. και, με το κίνητρο του περιουσιακού οφέλους από την ιδιοποίηση των χρημάτων αυτών της παθούσας, τον έπεισε να τη βοηθήσει στην πραγματοποίηση του σχεδίου της, αν και αρχικά αυτός προέβαλε χαλαρές αντιρρήσεις για την πραγματοποίηση του εγχειρήματος τούτου. Συμφώνησαν δε ότι ο καταλληλότερος τρόπος για την αφαίρεση της τσάντας ήταν καθώς η παθούσα θα περπατούσε στο δρόμο, είτε μεταβαίνοντας στην εργασία της είτε επιστρέφοντας απ’ αυτή, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος ανέλαβε να ανεύρει δύο άτομα, που θα εκτελούσαν την πράξη που αποφάσισαν να διαπράξουν. Αποφασίσθηκε δε ότι η εκτέλεση της πράξης θα γινόταν κατά τις βραδινές ώρες της 27-09-2011, κατά τη στιγμή που η παθούσα, μαζί με τις άλλες κοπέλες, θα κατέβαινε από το διαμέρισμα, προκειμένου να μεταβεί στην εργασία της. Σε εκτέλεση του εν λόγω σχεδίου, ο πρώτος κατηγορούμενος βρήκε δύο άγνωστα νεαρά άτομα, τα οποία, με την υπόσχεση ικανής αμοιβής, έπεισε να επιτεθούν στην παθούσα, μόλις εξέλθει από την οικία, όπου διέμενε και να της αφαιρέσουν με τη βία την τσάντα, προκειμένου να ιδιοποιηθούν παράνομα το περιεχόμενο της, πράγμα που και τελικά έγινε. Συγκεκριμένα, στις 27-09-2011 και ώρα 23:00′, η παθούσα πράγματι εξήλθε από την οικία, όπου διέμενε (στην οικοδομή επί της οδού …) αφού κατέβηκε από τις σκάλες, συνοδευόμενη από τη δεύτερη κατηγορούμενη M. M. και τη φίλη της, F. I., προκειμένου να μεταβούν στην εργασία τους και, συγκεκριμένα, στο μπαρ, όπου εργάζονταν και βρισκόταν σε μικρή απόσταση από την πόλη των … προπορεύθηκε δε, απομακρυνθείσα από τις άλλες δύο, που την ακολουθούσαν, για να πετάξει τη σακούλα με σκουπίδια, που κρατούσε στα χέρια της, στον κάδο απορριμμάτων, που βρισκόταν απέναντι από την είσοδο της οικοδομής, ενώ οι άλλες δύο ανέμεναν στην είσοδο της οικοδομής. Τότε, αιφνιδίως, εμφανίσθηκαν δύο άγνωστοι άνδρες, μετρίου αναστήματος, αδύνατοι, ηλικίας 25 περίπου ετών, φορώντας κουκούλες (μπλούζα με κουκούλα, του ενός χρώματος γκρι και του άλλου χρώματος μαύρου), στους οποίους είχε αναθέσει την εκτέλεση της πράξης ο πρώτος κατηγορούμενος, οι οποίοι, αφού προσπέρασαν την, επίσης φέρουσα στον ώμο της τσάντα, F. I., χωρίς να της επιτεθούν, κινήθηκαν προς την παθούσα, η οποία βρισκόταν έμπροσθεν του κάδου απορριμμάτων. Όταν δε την πλησίασαν, με τη φράση “είσαι κούκλα”, που της απηύθηνε ο ένας, πέτυχαν να γυρίσει προς το μέρος τους και τότε ο δεύτερος της έριξε σπρέι στο πρόσωπο. Τούτο είχε ως συνέπεια να της προκαλέσει προσωρινή τύφλωση και τσούξιμο στα μάτια (ερεθιστική κερατοεπιπεφυκίτιδα σε αμφότερους τους οφθαλμούς και ιδίως στον αριστερό, σύμφωνα με τη διάγνωση των γιατρών στο Νοσοκομείο … όπου μετέβη αμέσως μετά το επεισόδιο η παθούσα, για την παροχή πρώτων βοηθειών, συνοδευόμενη από τη φίλη της F. I. και τη δεύτερη κατηγορούμενη) και δυσχέρεια στην αναπνοή και να κάμψουν έτσι την αντίσταση της, με αποτέλεσμα να κατορθώσουν να της αποσπάσουν την τσάντα, τραβώντας αυτήν βίαια και τούτο, παρά τις προσπάθειές της να την συγκρατήσει, πράγμα που της προξένησε μώλωπες στο χέρι και να τους αποτρέψει με φωνές στην ολοκλήρωση της πράξης τους. Στη συνεχεία, οι δράστες διέφυγαν πεζοί, τρέχοντας, εκμεταλλευόμενοι το σκότος, χωρίς να προλάβει η παθούσα με τις φίλες της να τους καταφθάσουν, αν και η παθούσα τους καταδίωξε, για αρκετά μέτρα, ενώ δεν μπόρεσε, λόγω της ταραχής της, να συγκρατήσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, με αποτέλεσμα να αφαιρέσουν, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, την τσάντα και το περιεχόμενο της, ήτοι το ποσό των 2.400 ευρώ σε χαρτονομίσματα των 50 και 100 ευρώ, το τσέχικο διαβατήριο της, την άδεια ικανότητας οδήγησης, το βιβλιάριο υγείας, την άδεια εργασίας και τη βεβαίωση από την ΕΛ.ΑΣ. εγγραφής πολίτου κράτους μέλους της Ε.Ε. Του συμβάντος επιλήφθηκε η αρμόδια αστυνομική αρχή την επόμενη ημέρα (28-09-2011), κατόπιν καταγγελίας της παθούσας, η οποία προσήλθε στο Τ.Α. … περί ώρα 19.30′ της 28-9-2011, συνοδευόμενη από τη φίλη της F. I. και τη δεύτερη κατηγορούμενη, M. M., η οποία, εξεταζόμενη, αυθορμήτως ομολόγησε ότι γνώριζε ότι η παθούσα έφερε μαζί της το ανωτέρω ποσό και συναποφάσισε με τον πρώτο κατηγορούμενο την αφαίρεση τούτου από τους δύο άγνωστους δράστες, τους οποίους προέτρεψε ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Λ. και οι οποίοι, κατά τον επίδικο χρόνο, καιροφυλακτούσαν στην πυλωτή της οικοδομής, όπου διέμενε ο πρώτος κατηγορούμενος, αναμένοντας την παθούσα να εξέλθει και, μόλις την είδαν να εξέρχεται της οικοδομής, της επιτέθηκαν και της απέσπασαν την τσάντα. Την ίδια ημέρα (28-9-2011) και περί ώρα 22.00′, εντοπίσθηκαν στα …, επί της οδού … και συνελήφθησαν ο πρώτος κατηγορούμενος και η D. R., οι οποίοι αρνήθηκαν να αποκαλύψουν τα στοιχεία των δύο ατόμων που διέπραξαν τη ληστεία, των οποίων η ταυτότητα, παρά τις επισταμένες έρευνες, που πραγματοποίησαν οι αρμόδιοι αστυνομικοί, δεν κατέστη δυνατό να αποκαλυφθεί Με βάση αυτά που προεκτέθηκαν, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι διέπραξαν την πράξη για την οποία κατηγορούνται, ο πρώτος ως ηθικός αυτουργός των δύο αγνώστων φυσικών αυτουργών και η δεύτερη κατηγορούμενη ως ηθική αυτουργός του ηθικού αυτουργού, με αποτέλεσμα να θεωρείται και αυτή ηθικός αυτουργός των φυσικών αυτουργών (βλ. ΑΠ 1233/2019, ΑΠ 461/2011, ΑΠ 1611/1994), που διέπραξαν, όπως προαναφέρθηκε, την επίδικη ληστεία. Ως εκ τούτου, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σε αυτούς πράξης της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε ληστεία που τελέσθηκε κατά συναυτουργία, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.”. Ακολούθως, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε ληστεία κατά συναυτουργία, για την οποία τους επέβαλε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών στον καθένα, με το ακόλουθο διατακτικό: “ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον πρώτο κατηγορούμενο Γ. Λ. του Α. και τη δεύτερη κατηγορούμενη (ον) M. (επ) M. του R. ενόχους του ότι: Στις 27/9/2011, στα … αϊτό κοινού και εκ προθέσεως προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και, συγκεκριμένα, από κοινού, αφού πληροφόρησαν δύο άγνωστους στην κύρια ανάκριση νεαρούς άνδρες ότι η φιλοξενούμενη, στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου και της D. R., υπήκοος Τσεχίας (ον) H. (επ) B. του J., γεν. το 1973 στην …, σερβιτόρα, κάτοικος … έφερε πάντοτε μαζί της μέσα στην τσάντα της όλα τα χρήματα που διέθετε, ανερχόμενα σε ποσό μεγαλύτερο των 2.000C και, έτσι, ήταν εύκολο κατά την έξοδό της από την οικία αυτών (οδός …) να της αρπάξουν με βία την τσάντα, τους προκάλεσαν έτσι, με την υπόσχεση ικανής λείας και με συμβουλές για την ευκολία του εγχειρήματος, τον τόπο διαμονής και το χρόνο εξόδου του θύματος, την απόφαση να αφαιρέσουν από κοινού με σωματική βία από άλλον ξένο ολικά κινητό πράγμα, για να το ιδιοποιηθούν παράνομα. Πράγματι, στις 27/9/2011, περί ώρα 23:00, όταν η προαναφερθείσα Β. H. κατέβηκε από την οικία του πρώτου κατηγορουμένου και της D. R., μαζί με τις συγκατοίκους της και φίλες της (επ.)F. (ov.)l. του P., γεν. το 1991 στην …. και τη δεύτερη κατηγορούμενη Μ. M., μόλις οι τελευταίες έμειναν πιο πίσω, στην είσοδο της οικοδομής και η Β. H. προπορεύθηκε για να πετάξει τα σκουπίδια στον έναντι της εισόδου δημοτικό κάδο απορριμμάτων, τότε εμφανίσθηκαν αιφνιδίως οι δύο άγνωστοι νεαροί άνδρες, μετρίου αναστήματος, αδύνατοι, φορώντας κουκούλες, ο ένα γκρι και ο άλλος μαύρη και, αφού προσπέρασαν την επίσης φέρουσα τσάντα I. F., πρόλαβαν στον κάδο την Β. H., οπότε ο ένας της απηύθυνε την φράση στα ελληνικά “είσαι κούκλα” και, μόλις αυτή γύρισε, της έριξαν σπρέι στο πρόσωπο, προξενώντας της ερεθιστική κερατοεπιπεφυκίτιδα σε αμφότερους τους οφθαλμούς και, συνάμα, της τράβηξαν δυνατά την τσάντα, παρά δε την προσπάθειά της να την συγκρατήσει, της την απέσπασαν βίαια, προξενώντας της μώλωπα στο χέρι και έφυγαν τρέχοντας, συναποκομίζοντας την τσάντα και το περιεχόμενο της, δηλ. ποσό 2.400€ σε χαρτονομίσματα των 50 και 100 €, το τσέχικο διαβατήριο της, την τσέχικη άδεια ικανότητας οδήγησης, την εκδοθείσα από την ΕΛ.ΑΣ. βεβαίωση εγγραφής πολίτου κράτους μέλους της Ε.Ε., το ελληνικό βιβλιάριο υγείας και την άδεια εργασίας της στην Ελλάδα.”. Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής του πρώτου κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, καταδικαστική κρίση του, αποκλειστικά στα όσα κατέθεσε στην προανακριτική απολογία της η συγκατηγορουμένη του M. M., η οποία, κατά τις παραδοχές της απόφασης “εξεταζόμενη, αυθορμήτως ομολόγησε ότι γνώριζε ότι η παθούσα έφερε μαζί της το ανωτέρω ποσό και συναποφάσισε με τον πρώτο κατηγορούμενο την αφαίρεση τούτου από τους δύο άγνωστους δράστες, τους οποίους προέτρεψε ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Λ. και οι οποίοι, κατά τον επίδικο χρόνο, καιροφυλακτούσαν στην πυλωτή της οικοδομής, όπου διέμενε ο πρώτος κατηγορούμενος, αναμένοντας την παθούσα να εξέλθει και, μόλις την είδαν να εξέρχεται της οικοδομής, της επιτέθηκαν και της απέσπασαν την τσάντα”. Πέραν όμως της απολογίας αυτής, δεν κατονομάζεται ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο το οποίο συναξιολογήθηκε και συνεκτιμήθηκε συνδυαστικά με την απολογία της ως άνω συγκατηγορουμένης του για το σχηματισμό και τεκμηρίωση της δικανικής κρίση του Δικαστηρίου ως προς την ενοχή του πρώτου κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ληστείας, όπως απολογία ιδίου ή συγκεκριμένη κατάθεση μάρτυρα ή αναγνωσθέν έγγραφο, μη αρκούσης προς τούτο της γενικής κατ’ είδος αναφοράς των αποδεικτικών μέσων στο προοίμιο του σκεπτικού του, η οποία (γενική αναφορά) δεν εξυπηρετεί την ορθή εφαρμογή της προαναφερόμενης νεώτερης διάταξης του άρθρου 211 Κ.Π.Δ. Ως εκ τούτου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 211 του Κ.Π.Δ., με αποτέλεσμα την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, προσέτι δε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ο σχετικός δε, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Δ’ του Κ.Π.Δ. πρώτος αναιρετικός λόγος του αναιρεσείοντος Γ. Λ. είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον ως άνω αναιρεσείοντα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου κώδικα, λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτού προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ακόμη δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό τους ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά τα άρθρα 83 και 85 του ίδιου κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά και αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (Ν. 4619/2019) μεταξύ άλλων, η υπό στοιχ. ε’ που συνίσταται στο “ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του”. Για να συντρέξει δε η ελαφρυντική αυτή περίσταση η συμπεριφορά του υπαιτίου πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη. Η αναγνώριση δηλαδή, της ελαφρυντικής αυτής περίστασης προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών, δηλωτικών θετικής και επωφελούς ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμα και κατά την κράτησή του (ΑΠ 983/2020, ΑΠ 20/2020,). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 133 ΠΚ “Όταν ο δράστης κατά τον χρόνο τέλεσης αξιόποινης πράξης δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, το δικαστήριο μπορεί: α) … β) να επιβάλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83)”. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται η ευχέρεια στο δικαστήριο να επιβάλει μειωμένη ποινή στους παραβάτες “νεαρούς ενήλικες”, ήτοι σ’ αυτούς που κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης έχουν συμπληρώσει το 18ο όχι όμως και το 25ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον κρίνει ότι η τέλεση της πράξης οφείλεται στην ελλιπή ανάπτυξη της προσωπικότητας του δράστη λόγω της νεαρής ηλικίας του. Εφόσον έχει υποβληθεί αίτημα από τον κατηγορούμενο για την παροχή του ελαφρυντικού αυτού, το δικαστήριο θα πρέπει να αιτιολογήσει την τυχόν απορριπτική του κρίση με σκέψεις και συλλογισμούς από τους οποίους, να προκύπτει ότι η εγκληματική συμπεριφορά του δράστη δεν έχει σχέση με τη νεανική του ανωριμότητα, ώστε να δικαιολογείται η επιεικής μεταχείρισή του (ΑΠ 341/2013, 846/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσας M. M., μετά την επί της ενοχής της απόφαση του Δικαστηρίου, προέβαλε δια του συνηγόρου της, επί λέξει: “τον ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπο των εντολέων του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2 εδ. ε’ΠΚ”. Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό της κατηγορουμένης με την ακόλουθη αιτιολογία: “Στην προκειμένη περίπτωση, ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί συνδρομής στο πρόσωπο τους τής ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε’ ΠΚ, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, ένεκα της οποίας δεν υποχρεούται το Δικαστήριο να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του, αφού, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, οι κατηγορούμενοι, πέραν της επίκλησης της σχετικής διάταξης που προβλέπει την εν λόγω ελαφρυντική περίσταση και του χαρακτηρισμού, υπό τον οποίον είναι γνωστή στη νομική ορολογία, δεν παραθέτουν (δια της συνηγόρου υπεράσπισής τους, η οποία και τον προέβαλε) σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά καλής συμπεριφοράς τους, κατά το διάστημα από την τέλεση της πράξης, που τους αποδίδεται, μέχρι την ημέρα της δίκης στο παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί και ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, καθώς δεν αποδείχθηκαν σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς των υπαιτίων, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, κατά το διάστημα από την τέλεση της αξιόποινης πράξης, που τους αποδίδεται, μέχρι την ημέρα της δίκης στο παρόν Δικαστήριο, από τα οποία να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του χαρακτήρα τους, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτούς των συνεπειών της πράξης που έχουν τελέσει και σταθερού εναρμονισμού τους προς τις επιταγές της έννομης τάξης και τα οποία να θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της σχετικής διάταξης και να δικαιολογούν τη χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2ε’ Π.Κ. Επομένως, πρέπει ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός, που προβλήθηκε προφορικά από τη συνήγορο των κατηγορουμένων, να απορριφθεί”. ‘Ετσι, όμως, όπως προβλήθηκε ο παραπάνω ισχυρισμός της κατηγορουμένης, ήταν παντελώς αόριστος, αφού δεν συνοδεύτηκε με παράθεση πραγματικών περιστατικών θεμελιωτικών μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, παρά μόνο με επίκληση της σχετικής διάταξης και επανάληψη της εκφράσεως του νόμου, ενώ ουδόλως προβλήθηκε ισχυρισμός εκ του άρθρου 133 ΠΚ. Ενόψει τούτου, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και αιτιολογήσει την απόρριψη του ισχυρισμού εκ του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ, ούτε και να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των όρων του άρθρου 133 ΠΚ. Παρά ταύτα, αιτιολογημένα απέρριψε τον εκ του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, μη δεχόμενο τη συνδρομή των όρων του. Κατόπιν αυτών, αμφότεροι οι αναιρετικοί λόγοι της υπό κρίση αίτησης της ως άνω αναιρεσείουσας, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Π.Δ. με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ως προς την μη αναγνώριση στο πρόσωπό της των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι αβάσιμοι, πρέπει δε, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση της εν λόγω αναιρεσείουσας και να επιβληθούν σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα, κατ’ αρ. 578 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 823/2022 του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, ως προς τον αναιρεσείοντα Γ. Λ. του Α., κάτοικο …
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τον ως άνω αναιρεσείοντα, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει την από 20-6-2022, με αριθμό 17/2022, αίτηση της M. M. του R., κατοίκου … για αναίρεση της απόφασης 823/2022 του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στην ως άνω αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

To Top